Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Γεώργιος Π. Μαλούχος: Μάρμαρα προς «επιστροφή» και ανίερα μυστικά

Μπορεί μία κυβέρνηση, και μάλιστα εκλεγμένη, να είναι «αφελής»; Ναι, ως σπάνια εξαίρεση του πρακτικά απαράβατου κανόνα: ότι μόνη αφέλεια είναι να θεωρεί κανείς αφελή όποιον ανήλθε στην εξουσία – πολλώ δε μάλλον, όταν την κράτησε επί τόσο μακρό διάστημα όσο ο νυν Πρωθυπουργός.

Για να τα επιτύχει αυτά, μπορεί να είναι πολλά, μα αφελής όχι. Δεν γίνεται. Αντιθέτως, εκείνο που γίνεται, κατά κόρον δε, είναι να είναι αδίστακτη – και όταν δεν της βγαίνει, να σφυρίζει αδιάφορα και να υποδύεται την αφελή...

Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα με την παταγώδη κατάρρευση που είχε η υπόθεση της «επιστροφής» των Μαρμάρων του Παρθενώνα, την οποία η κυβέρνηση Μητσοτάκη συντηρεί τεχνηέντως ως έχουσα πολύ σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας εδώ και πάρα πολύ καιρό, ενώ εξαρχής γνωρίζει πολύ καλά ότι η πραγματικότητα είναι αυτή που άπαντες, εκ νέου, αρμοδίως πληροφορήθηκαν από το Βρετανικό Μουσείο: ότι αυτό που ζητά η Ελλάδα, η Βρετανία δεν πρόκειται να το δεχθεί και, ως εκ τούτου, οι εν λόγω διαπραγματεύσεις, ολοκληρώθηκαν με αποτυχία, όπως επισήμως δηλώθηκε – κάτι που, βεβαίως, ήταν εξαρχής και το μοναδικό ενδεχόμενο και η κυβέρνηση το γνώριζε άριστα όλο αυτό το διάστημα που είχε μετατρέψει τα Μάρμαρα σε εργαλείο προπαγάνδας, έχοντας πλήρη συνείδηση ότι ουδέποτε θα εκπλήρωνε τους στόχους, που ανά τακτά διαστήματα παρουσίαζε στον ελληνικό λαό, ως περίπου έτοιμη συμφωνία από την οποία λείπουν σχεδόν μόνον οι υπογραφές.

Τα Μάρμαρα του Παρθενώνα είναι, απολύτως φυσικό, ένα ζήτημα που αν ερχόταν η ώρα να λυθεί με θετικό τρόπο, η κυβέρνηση που θα το πετύχαινε, θα είχε, δικαίως δε, περίπου απροσμέτρητα οφέλη. Τόσο πολιτικά όσο και εθνικά και ιστορικά. Με την αυτονόητη προϋπόθεση, όμως, ότι θα τα έφερνε πίσω στην Ελλάδα ως ελληνικά, όχι, αν είναι δυνατόν ποτέ, ως... βρετανικά! Οταν, όμως, ασκείται μία πραγματικά αδίστακτη πολιτική χωρίς κανέναν ηθικό φραγμό, τότε ναι, γιατί να μην ξεκινήσει κανείς αυτό το παραμύθι; Και όσο πάει...

Για το Βρετανικό Μουσείο, ενδεχόμενη απώλεια των Μαρμάρων του Παρθενώνα θα ήταν πλήγμα με βαρύτατες συνέπειες. Τόσο λόγω της κατακόρυφης πτώσης της σημασίας του, με αντίστοιχη μείωση του ενδιαφέροντος για το σύνολό του, όσο και επειδή ασφαλώς και θα γεννούσε κινδύνους για επόμενα αντίστοιχα αιτήματα κρατών. Ηταν ποτέ δυνατόν να υπογράψει τίποτε άλλο πλην κάποιας μορφής δανεισμού; Ασφαλώς όχι.

Το γεγονός αυτό, η κυβέρνηση το γνώριζε φυσικά από την πρώτη στιγμή. Και σε αυτό είναι που, τελικά, «βούλιαξαν» οι εκ μέρους της σχεδιασμοί, που η λογική τους δείχνει ότι αφορούσαν πολύ περισσότερο την ψηφοθηρική διάσταση του θέματος, παρά την ουσία του. Ή μήπως υπήρξε κανείς ο οποίος έχει στοιχειώδη συνείδηση της πραγματικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται η υπόθεση των Μαρμάρων και εξεπλάγη; Το χάσμα ήταν αγεφύρωτο από την πρώτη στιγμή σε όλα αυτά τα χρόνια που φτάσαμε πολλάκις στο... «αύριο υπογράφουμε την τεράστια αυτή επιτυχία», ενώ εδώ είχαμε φτάσει να συζητάμε ποιος είναι ο... ασφαλέστερος τρόπος για τη μεταφορά.

Παράλληλα, ο Πρωθυπουργός προκαλούσε πρωτοφανή – και επιβλαβή – επεισόδια στην προσπάθειά του να δείξει ότι είναι όλα τελειωμένα όπως ακριβώς τα ήθελε: προκάλεσε απαράδεκτη, παιδαριώδη κρίση με τον Σουνάκ, επειδή δήθεν ο διάδοχός του ήταν... «συνεννοημένος» – αλλά, τελικά, και εκείνος τον άδειασε και ο επόμενος... Και, βέβαια, επιβλαβείς ήταν όσοι βρίσκονται πίσω από τη διαρκή προπαγάνδα μιας ανύπαρκτης αλήθειας και κανόνιζαν πώς θα επιβληθεί.

Τελικά, η νίκη αυτή ουδέποτε ήρθε. Και ουδέποτε θα ερχόταν. Και η κυβέρνηση το γνώριζε όταν έλεγε ανίερα, αδίστακτα ψέματα, υπηρετώντας μία ακόμα φαντασίωση μεγαλείου του Πρωθυπουργού, τη μετάφρασή της σε ψήφους και σε θέση στην Ιστορία. Που ουδέν τελικά θα έρθει. Οπως και η ντροπή. Που θα έπρεπε. Αλλά ποιος τη θυμάται πια;

Πολυμέσα