Αραγε πόσο μάς επιτρέπουν να αισιοδοξήσουμε το περιβάλλον και η εποχή, δηλαδή όσοι διαχειρίζονται την κοινή μας μοίρα και όσοι αυτοπροτείνονται σαν ανατρεπτικοί διάδοχοί τους, καθώς και ο κατάλογος των ανάξιων αξιών που φαίνεται ότι λατρεύονται ευρέως; Ποια δυνατότητα μας δίνουν να νιώσουμε ότι δεν είμαστε αθύρματα για να 'χουν να παίζουν και να εμπαίζουν οι άνεμοι της ιστορίας ή τα καπρίτσια και τα συμφέροντα των διαφόρων Μεγάλων ή Μικρομέγαλων «φίλων και συμμάχων» ή αντιπάλων;
Πιο απλά: Δικαιούμαστε να πιστεύουμε τα κυριακάτικα φαιδρόχρωμα σκαριφήματα των πρωθυπουργικών αναρτήσεων; Να εμπιστευόμαστε τις αυτάρεσκες μέσα στη ρηχότητά τους διαβεβαιώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου, και των λιγοστών υπουργών που λειτουργούν σαν ψηφοθήρες επίκουροί του, ότι όλα πάνε καλά, μετά δε τις εκλογές θα πάνε ακόμα καλύτερα, ώσπου σε τρία-τέσσερα τέρμινα να πάνε επιτέλους άριστα; Τα κυρίαρχα ποσοστά των δημοσκοπήσεων πάντως, κάνα δυο χρόνια τώρα, είναι μονίμως κολλημένα στην γκρίζα βελόνα της απαισιοδοξίας, της ανασφάλειας, της απογοήτευσης, του φόβου. Απλώς «μιζέρια», όπως γνωματεύουν οι από καναλίου εις κανάλιον περιφερόμενοι αλαζόνες; Ή απελπισία;
Μακάρι να 'φταιγε μόνο η «λατρεία της γκρίνιας» για το πνιγηρό αίσθημα ότι ο τόπος βάλτωσε. Μακάρι να ίσχυε έστω το ψευτοπαρηγορητικό «έξω πάμε καλά». Ποια καλοσύνη, όμως, όταν στο διπλωματικό πεδίο η ήττα εναλλάσσεται με ήττα (ναυαγισμένα καλώδια, τετελεσμένα τουρκολιβυκά μνημόνια, ετεροβαρείς συμφωνίες για τη Μονή Σινά και για τα κειμήλια της ελληνοβουλγαρικής ανταλλαγής); Κι όταν στο εσωτερικό το ένα σκάνδαλο διαδέχεται το άλλο, ακόμα πιο βαρύ κι ανήθικο, και τίποτε δεν μας πείθει ότι η αναγγελλόμενη «κάθαρση» δεν θα ακολουθήσει το πατρόν που χρησιμοποιήθηκε για τα Τέμπη, τις υποκλοπές κτλ.; Αν ο Αυγείας τα είχε καταφέρει μόνος του, θα τη μαθαίναμε αλλιώς τη μυθολογία.