Στο βιβλίο με τίτλο «Στο μάτι του κυκλώνα. Ελληνες πρωθυπουργοί και η διαχείριση της οικονομι-κής κρίσης», που θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, περνούν μπροστά από τα μάτια του αναγνώστη σκηνές της δεκαετίας 2009-2028, σαν μια ταινία που, ευτυχώς, έχει τελειώσει από καιρό.
-Τέσσερις πρωθυπουργοί βρέθηκαν την περίοδο της κρίσης «στο μάτι του κυκλώνα». Γιώργος Παπανδρέου, Λουκάς Παπαδήμος, Αντώνης Σαμαράς και Αλέξης Τσίπρας κλήθηκαν να δοκιμάσουν τις ηγετικές ικανότητές τους για να βγάλουν τη χώρα από τη μεγαλύτερη δοκιμασία που πέρασε τα τελευταία χρόνια. Το έκαναν ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Μπόρεσαν όμως να ξεπεράσουν τις διαρθρωτικές αδυναμίες του ελληνικού κυβερνητικού συστήματος;
Το βιβλίο των Kevin Featherstone και Δημήτρη Παπαδημητρίου, με τίτλο «Στο μάτι του κυκλώνα. Ελληνες πρωθυπουργοί και η διαχείριση της οικονομικής κρίσης», που θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, εστιάζει σε αυτή την πτυχή της κρίσης που δεν έχει διερευνηθεί έως τώρα: τον τρόπο λειτουργίας των κυβερνήσεων.
«Για μία ακόμη φορά, ο τρόπος διακυβέρνησης στην Ελλάδα απέδειξε ότι η παράδοση επικράτησε του εκσυγχρονισμού», διαπιστώνουν στο βιβλίο τους οι δύο συγγραφείς, βαθείς γνώστες της νεότερης και σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Με άλλα λόγια, η κρίση δεν οδήγησε σε αλλαγή του μοντέλου διακυβέρνησης, που χαρακτηριζόταν –όπως υποστηρίζουν οι συγγραφείς– από περιορισμένα περιθώρια κεντρικού ελέγχου και υπονόμευση του συντονισμού της «από έναν αδιαπέραστο νομικό φορμαλισμό και μια διοικητική κουλτούρα που επιτρέπει στα υπουργεία να λειτουργούν ως ανεξάρτητοι θύλακες μέσα σ' ένα κατακερματισμένο σύστημα».
Εχει ενδιαφέρον ότι οι συγγραφείς εντοπίζουν σημάδια αλλαγής σε αυτή την κατεύθυνση την περίοδο μετά την κρίση, στο «επιτελικό κράτος» της κυβέρνησης Μητσοτάκη. «Είναι ενδεικτικό ότι οι πιο ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις στον ελληνικό κυβερνητικό πυρήνα προέκυψαν μετά την κρίση, παρότι μερικές από αυτές είχαν ενσωματωθεί ως προαπαιτούμενα στο δεύτερο πρόγραμμα προσαρμογής. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι το επιτελικό κράτος δεν θα είχε εμφανιστεί ως κυβερνητική προτεραιότητα χωρίς την εμπειρία της κρίσης».
Με γλαφυρό τρόπο, το βιβλίο περιγράφει τον τρόπο διακυβέρνησης του καθενός από τους τέσσερις πρωθυπουργούς, παραθέτοντας αποσπάσματα από ομιλίες, δημοσιεύματα και άλλα ντοκουμέντα, ενώ οι συγγραφείς έχουν πραγματοποιήσει και 49 συνεντεύξεις, μεταξύ των οποίων και με τους τέσσερις πρωθυπουργούς, καθώς και με πρωταγωνιστές όλου του πολιτικού φάσματος. Με αυτή την έννοια, το βιβλίο αποτελεί και ένα ενδιαφέρον ντοκουμέντο.
Το βιβλίο περιέχει πίνακες με τους βασικούς συνεργάτες του κάθε πρωθυπουργού, που διαχειρίστηκαν την κρίση στο πλαίσιο του κυβερνητικού πυρήνα, τα αποκαλούμενα Δίκτυα Αντιμετώπισης Κρίσης (ΔΑΚ). Σκηνές της δεκαετίας 2009-2028 περνούν μπροστά από τα μάτια του αναγνώστη, σαν ταινία που, ευτυχώς, έχει τελειώσει από καιρό.
Γιώργος Παπανδρέου: ∆ιασχίζοντας τον Ρουβίκωνα.
Πριν έρθει στην εξουσία και με αφορμή την κατάρρευση της Lehman Brothers, ο Παπανδρέου είχε ταχθεί με το μέρος όσων υποστήριζαν ότι η Δύση χρειαζόταν μια κεϊνσιανού τύπου στρατηγική οικονομικής ανάκαμψης.
Οταν βρέθηκε στην εξουσία, επιχείρησε να πείσει τους εταίρους του ότι η ελληνική κρίση αποτελούσε «κοινό» πρόβλημα, που απαιτούσε συνεργατική διεθνή λύση. «Πράγματι, ο Παπανδρέου διατύπωσε το συγκεκριμένο επιχείρημα με περιεκτικό τρόπο, τονίζοντας ότι "η Ελλάδα έχει πρόβλημα, αλλά δεν είναι το πρόβλημα". Ωστόσο, οι επικριτές του στην Ε.Ε. επέμεναν ότι η κρίση δημιουργήθηκε στην Αθήνα και όχι στη Φρανκφούρτη»...
Το ΔΑΚ του Παπανδρέου, ο κύριος όγκος συμβούλων, προερχόταν από Αμερικανούς οικονομολόγους, αναφέρουν οι συγγραφείς, σημειώνοντας ότι είχε συχνές τηλεφωνικές συνομιλίες με τους Λάρι Σάμερς, Τζέφρεϊ Σακς και Τζόζεφ Στίγκλιτς. Mεταξύ άλλων διατηρούσε τακτική επικοινωνία και με τον τότε διευθυντή του ΔΝΤ Στρος-Καν. Στην Ελλάδα στηριζόταν, βεβαίως, κυρίως στον Γιώργο Παπακωνσταντίνου, αλλά οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι ο ίδιος, όπως και ο Παμπούκης και η Βάρτζελη, «δεν είχαν την απαραίτητη πολιτική εμπειρία για να επιβληθούν στα "μεγάλα θηρία" του υπουργικού συμβουλίου». Στη συνέχεια και ενώ το πρώτο πρόγραμμα προσαρμογής ήταν ουσιαστικά νεκρό, αναγκάσθηκε να «θυσιάσει» τον Παπακωνσταντίνου, στον ανασχηματισμό της 17ης Ιουνίου 2011, «και να διορίσει τον μεγαλύτερο αντίπαλό του, τον Ευάγγελο Βενιζέλο, νέο υπουργό Οικονομικών και αντιπρόεδρο της κυβέρνησής του».
Η συνεργασία με τον Βενιζέλο «τερματίστηκε με κρότο», αναφέρουν οι συγγραφείς, όταν ο Παπανδρέου αποφάσισε να προκηρύξει δημοψήφισμα για το δεύτερο πακέτο διάσωσης. Είχε μόλις προηγηθεί, στις 27 Οκτωβρίου 2011, η έγκριση επί της αρχής του δεύτερου πακέτου διάσωσης. «Η απόφαση του Παπανδρέου ήταν παρορμητική και εσφαλμένη», θεωρούν οι συγγραφείς, θυμίζοντας στη συνέχεια τη σύνοδο του G20 στις Κάννες, όπου οι δύο άνδρες «είχαν μια τραυματική υποδοχή από κορυφαίους Ευρωπαίους ηγέτες, οι οποίοι ξεκαθάρισαν ότι το δημοψήφισμα δεν θα αφορούσε μόνον το δεύτερο πρόγραμμα, αλλά συνολικά τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη».
Αντιμέτωπος με τις αντιδράσεις στο ίδιο του το κόμμα, επέλεξε να παραιτηθεί.
Λουκάς Παπαδήμος: Τα όρια της τεχνοκρατίας
«Ο Λουκάς Παπαδήμος έγινε πρωθυπουργός προκειμένου να ξεπεραστεί το αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει η χώρα, προϊόν τόσο της εσωκομματικής σύγκρουσης στο ΠΑΣΟΚ, όσο και της αδυναμίας συνεννόησης μεταξύ του κυβερνώντος κόμματος και της αντιπολίτευσης».
Οι συγγραφείς αναφέρουν ότι η περίοδος διακυβέρνησής του αποτέλεσε ένα ιδιόμορφο μεσοδιάστημα στη διαχείριση της ελληνικής κρίσης και ότι δεν είχε την πολιτική στήριξη και τα χρονικά περιθώρια που χρειαζόταν. «Είναι εξίσου σημαντικό να τονιστεί ότι ο αρχηγός της Ν.Δ. Αντώνης Σαμαράς επιθυμούσε διακαώς τη διατήρηση της κυβέρνησης Παπαδήμου για όσο το δυνατόν συντομότερο διάστημα. Φρόντισε δε με δικές του "παρεμβάσεις" να μεθοδεύσει την πτώση της».
Περιγράφουν τον Παπαδήμο ως έναν τεχνοκράτη, που δεν καλλιέργησε το προσωπικό του προφίλ, αλλά επί της ουσίας τήρησε την εντολή του και έφερε εις πέρας την αποστολή που του ανατέθηκε, τη διαπραγμάτευση του PSI, του «κουρέματος», δηλαδή, των απαιτήσεων των ιδιωτών πιστωτών της Ελλάδας, προκειμένου το χρέος της να καταστεί περισσότερο βιώσιμο.
«Ο Παπαδήμος αναγκάστηκε να αποδεχθεί μια κακή διακομματική συμφωνία. Ο ίδιος δεν διέθετε την ευελιξία των "επαγγελματιών" πολιτικών και στη σύντομη θητεία του δεν ανέπτυξε τέτοιας "πολιτικής φύσεως" δεξιότητες».
«Ο ίδιος αντιλαμβανόταν τον εαυτό του ως διαχειριστή μιας έκτακτης κατάστασης, παρά ως πολιτικό μεταρρυθμιστή με μακροπρόθεσμο σχέδιο. Κατά βάση, αυτό ήταν κάτι που ταίριαζε με τον χαρακτήρα και το στυλ του. Γενικότερα, ήταν κλειστός χαρακτήρας και αποστρεφόταν την άσκοπη δημοσιότητα. Σπάνια εξέφραζε τα συναισθήματά του και πολύ λίγοι από τον στενό του κύκλο τον αποκαλούσαν με το μικρό του όνομα».
Αντώνης Σαμαράς: Τα δύο πρόσωπα του Ιανού
Ως «άνθρωπο της δράσης», αλλά και «πολιτικό παλαιάς κοπής», με ικανότητες ηγέτη που μπορεί να εμψυχώσει τους «στρατηγούς» του και να επικοινωνήσει μαζί τους σε έναν πιο προσωπικό τόνο, χαρακτηρίζουν τον Αντώνη Σαμαρά οι συγγραφείς του βιβλίου. «Παρά τη μεγαλοαστική καταγωγή του, ο Σαμαράς καλλιεργούσε λαϊκό προφίλ», σημειώνουν.
Ο Σαμαράς, όμως, ήταν εκείνος που είχε αντιταχθεί στο πρώτο πρόγραμμα προσαρμογής, απαγορεύοντας, μάλιστα, σε όλους τους βουλευτές να συνδράμουν την κυβέρνηση Παπανδρέου κατά την ψηφοφορία για την επικυρώσή του στις 6 Μαίου 2010. Τότε ήταν που η Ντόρα Μπακογιάννη διεγράφη από το κόμμα, επειδή ψήφισε υπέρ του προγράμματος. Στην ομιλία του στο Ζάππειο, στις 7 Ιουλίου 2010, «υποστήριξε ότι η κατεύθυνση που έχει συμφωνήσει η χώρα σήμερα δεν μας βγάζει από το πρόβλημα, μας βυθίζει ακόμη περισσότερο μέσα από υπερχρέωση και βαθιά ύφεση».
Οταν εξελέγη πρωθυπουργός, όμως, ήταν υποχρεωμένος να εφαρμόσει το δεύτερο πρόγραμμα προσαρμογής, που είχε εν τω μεταξύ συμφωνηθεί. «Στην πρώτη του επίσκεψη στο Βερολίνο ως πρωθυπουργός, τον Αύγουστο του 2012, ερωτήθηκε σε συνέντευξη Τύπου πόσο συμβατές ήταν η τρέχουσα με την προηγούμενη στάση του στο θέμα των μνημονίων. Η απάντησή του –"ουδείς αναμάρτητος"– φανέρωσε την αδυναμία του, αλλά και τη στρατηγική του ανάγκη να κερδίσει το γερμανικό ακροατήριο σε μια κρίσιμη συγκυρία».
Σχετικά με τη συνεργασία του με τον Βενιζέλο και με τον Γιάννη Στουρνάρα, οι συγγραφείς μιλούν για ένα «απρόσμενο τρίγωνο», που «ανέπτυξε ισχυρή πολιτική συνεργασία, η οποία θωράκισε το ΔΑΚ με έντονη αίσθηση ενότητας. Το χάρισμα στις διαπροσωπικές σχέσεις που διέθετε ο Σαμαράς έδρασε πολύ εποικοδομητικά πάνω στον Στουρνάρα, προσφεροντάς του ενθάρρυνση και ασφάλεια».
Οσο για τον Βενιζέλο, αναφέρουν πως η σύμπνοια των δύο αρχηγών ήταν τόσο ισχυρή, που η κυβέρνηση στην πορεία απέκτησε το παρατσούκλι «Σαμαροβενιζέλοι».
Αλέξης Τσίπρας: Τετραγωνίζοντας κύκλους
«Το "Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης" από την πρώτη στιγμή βρέθηκε στο στόχαστρο των δανειστών, οι οποίοι κατηγόρησαν τον ΣΥΡΙΖΑ ότι δεν είχε κατανοήσει τους λόγους που οδήγησαν την Ελλάδα στην κρίση, ούτε είχε ρεαλιστικό σχέδιο εξόδου από αυτήν», σημειώνουν οι συγγραφείς στο κεφάλαιο για τον Αλ. Τσίπρα.
Καθοριστικής σημασίας το πρόσωπο του Γιάνη Βαρουφάκη, ο οποίος «είχε γνωρίσει μετεωρική δημοσιότητα, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, ως φλογερός πολέμιος των μνημονιακών προγραμμάτων».
«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επιχειρησιακή συνοχή του ΔΑΚ κατά την πρώτη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ υπονομεύθηκε σοβαρά από τις αγεφύρωτες διαφωνίες πάνω σε θέματα στρατηγικής, αλλά και τις τοξικές σχέσεις ανάμεσα σε υψηλόβαθμα στελέχη του. Η εξωτερική υποδοχή του ΔΑΚ επίσης υπονομεύθηκε από την αλαζονική στάση του Βαρουφάκη, αλλά και από την αμφιθυμία και την αναβλητικότητα του ίδιου του Τσίπρα».
Η συμφωνία παράτασης του δεύτερου προγράμματος, που εξασφάλισε ο ΣΥΡΙΖΑ με τους δανειστές, τον Φεβρουάριο του 2015, προσέφερε μια προσωρινή ανάσα. «Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια οι εντάσεις έβραζαν. Ιδίως η σχέση μεταξύ Βαρουφάκη και Χουλιαράκη γινόταν ολοένα και πιο δυσλειτουργική, με τους δύο άνδρες σχεδόν να μην ανταλλάσσουν ούτε καλημέρα, παρότι τα γραφεία τους ήταν στον ίδιο όροφο του υπουργείου Οικονομικών», αναφέρουν οι συγγραφείς επικαλούμενοι και πάλι συνεντεύξεις.
Προχωρώντας στην κορύφωση της κρίσης, σημειώνουν: «Την κρίσιμη στιγμή, όταν οι ηγέτες της Ευρωζώνης έδειξαν ότι δεν επρόκειτο να υποχωρήσουν, ο Τσίπρας ενέδωσε και αποδέχθηκε ένα δρακόντειο τρίτο πρόγραμμα προσαρμογής. Η ενέργειά του αυτή αργότερα χαρακτηρίστηκε από τους αντιπάλους του κωλοτούμπα. Το ποιες ήταν οι πραγματικές προσδοκίες του Τσίπρα για το πώς θα αντιδρούσε η Ευρώπη και το πότε συνειδητοποίησε ότι τις είχε παρερμνηνεύσει παραμένει αντικείμενο διαφωνίας».
Δημοψήφισμα, ελεύθερη πτώση της οικονομίας, capital controls με αναλήψεις μετρητών έως 60 ευρώ την ημέρα, είναι η συνέχεια που δεν έχει ξεχάσει κανείς.
«Με τη μεταστροφή του, ο Τσίπρας προσέδωσε στο ΔΑΚ σαφή στοχοθεσία, με αποτέλεσμα αυτή να αποκτήσει μεγαλύτερη συνοχή και υψηλό επίπεδο εξωτερικής αποδοχής. Το προηγούμενο αφήγημα της κρίσης απλώς παραμερίστηκε. Ολοι τώρα γνώριζαν ποιο ήταν το παιχνίδι».
Ο Kevin Featherstone είναι ομότιμος καθηγητής στο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο της Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Λονδίνου (LSE) και ερευνητής-καθηγητής στο Ελληνικό Παρατηρητήριο του LSE.
O Δημήτρης Παπαδημητρίου είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ.
Το βιβλίο είναι μετάφραση του Γιώργου Νιάρχου από την πρωτότυπη αγγλική έκδοση «Greek Prime Ministers in the Eye of the Storm. Crisis Management and Institutional Change», Oxford University Press, 2025.
Ειρήνη Χρυσολωρά
«