Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Στάχτη και Burberry στη Γαλλία: Γιατί οι μάρκες πολυτελείας καίνε τα απούλητα προϊόντα τους, ενώ άλλοι αναζητούν τα κλεμμένα προς πώληση. Κύριο

Απούλητα προϊόντα πολυτελείας αξίας εκατοντάδων εκατ. ευρώ καίγονται ή καταστρέφονται επίτηδες, για να μην καταλήξουν μισοτιμής στην παράλληλη αγορά και θιγεί η αξία της μάρκας.

Τα πλάνα με τους νεαρούς μασκοφόρους στο Παρίσι που έκαναν «ντου» στις μπουτίκ πολυτελείας και έφευγαν φορτωμένοι με πανάκριβα προϊόντα Louis Vuitton, Hermès και Burberry έκαναν το γύρο του κόσμου.

Οι πλιατσικολόγοι καταδικάστηκαν από την κυβέρνηση Μακρόν, η γαλλική ακροδεξιά έσπευσε να εκμεταλευθεί τις περιστάσεις εμφανιζόμενη ως εγγυητής της ασφάλειας και ο Ντόναλντ Τραμπ να μιλήσει κατά της μετανάστευσης. Υπήρξαν ωστόσο και διαδηλωτές που έδειξαν δημόσια τη διαφωνία τους με τα επεισόδια βανδαλισμού. «Σταματήστε, δεν είναι αυτός ο σκοπός», φώναζε Γαλλίδα διαδηλώτρια, προσπαθώντας μάταια να σταματήσει το πλήθος που εισέβαλε σε σουπερμάρκετ.

Η ζημιά από το πλιάτσικο και τις καταστροφές δεν περιορίστηκε στα καταστήματα της ελίτ, αλλά πήρε μπάλα και μικρομεσαίους καταστηματάρχες. Η πολυεθνική εταιρεία χρηματοoικονομικών υπηρεσιών Morningstar εκτιμά ότι μόνο οι αποζημιώσεις θα κοστίσουν στις ασφαλιστικές εταιρείες από 1 ως 1,2 δισ. ευρώ, πολύ περισσότερα από τα 730 εκατ. του λογαριασμού από τις εξεγέρσεις του 2023.

Το 2018 η Burberry κατέστρεψε αρώματα 10 εκατ. δολαρίων, για να κάνει χώρο για το νέο στοκ, κατόπιν συμφωνίας με την αμερικάνικη εταιρεία Coty
Μάρκες πολυτελείας στην πυρά

Σε ό,τι αφορά τα luxury brands, το κόστος της λεηλασίας πιθανότατα ωχριά μπροστά στο κόστος των προϊόντων που καταστρέφουν οι ίδιες οι εταιρείες οικειοθελώς.

Είναι γνωστή η τακτική των οίκων υψηλής μόδας να καίνε ή να καταστρέφουν με άλλους τρόπους προϊόντα αξίας πολλών εκατομμυρίων, όταν μένουν απούλητα, για να μην πέσει η αξία της μάρκας τους. Η εθελούσια καύση τούς φαίνεται προτιμότερη από τη φρικτή πιθανότητα να καταλήξουν τα είδη πολυτελείας, σύμβολα κύρους και φινέτσας, στα χέρια κάποιων πλεμπαίων, αφού πουληθούν μισοτιμής ή ακόμα φθηνότερα στην παράλληλη αγορά.
Δεν πρόκειται για θεωρία συνομωσίας, αλλά για φαινόμενο που έχει καταγραφεί επανειλημμένα και είναι εις γνώση των διεθνών και των ευρωπαϊκών αρχών.

Η πρώτη εταιρεία του είδους που παραδέχθηκε δημοσίως ότι καίει τα αδιάθετα προϊόντα της, για να προστατεύσει το κύρος της, είναι ο βρετανικός οίκος Burberry. Στις οικονομικές καταστάσεις του 2018 ανέφερε ότι αναγκάστηκε να καταστρέψει ένα ασυνήθιστα μεγάλο όγκο από αδιάθετα ρούχα, αξεσουάρ και αρώματα αξίας 28,6 εκατομμυρίων λιρών Αγγλίας. Πρόκειται για ένα ποσό που αντιστοιχεί σε σημερινά χρήματα 38 εκατ. λιρών ή 45,25 εκατομμυρίων ευρώ. Σε βάθος πενταετίας είχε κάψει προϊόντα συνολικής αξίας 90 εκατ. λιρών – που ισοδυναμούν σε εμπόρευμα σημερινής αξίας 142,5 εκατομμυρίων ευρώ.

Μετά την κατακραυγή –ιδίως από περιβαλλοντικές οργανώσεις που κατηγόρησαν τη Burberry για τεράστια σπατάλη πόρων και ανθρώπινης εργασίας- η εταιρεία ανακοίνωσε ότι θα σταματήσει το κάψιμο του απούλητου εμπορεύματος και θα αναζητήσει πιο βιώσιμες λύσεις.

Συνθήματα κατά της αστυνομίας και της γενοκτονίας στη Γάζα, σε υπαίθρια διαφήμιση της Louis Vuitton στο Παρίσι – Reuters

Όταν τα Louis Vuitton αυτοπυρπολούνται

Οι Ιεροεξεταστές του Μεσαίωνα υπέβαλαν τους αιρετικούς και τους αποστάτες στη δημόσια τελετή του auto-da-fé («πράξη πίστης»), ως τιμωρία και εξιλέωση για το αμάρτημά τους. Η πιο ακραία μορφή ήταν ο θάνατος στην πυρά. Οι πολυεθνικοί οίκοι μόδας υποβάλλουν τα απούλητα προϊόντα τους σε μουλωχτό auto-da-fé, τιμωρώντας τα που έμειναν στο ράφι.
Εκτός από την Burberry πολλές άλλες εταιρείες ειδών πολυτελείας έχουν γίνει θέμα στις ειδήσεις επειδή καταστρέφουν προϊόντα αξίας δεκάδων και εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ για να περιφρουρήσουν την εικόνα τους.

Ανάμεσά τους είναι η Louis Vuitton, για την οποία υπάρχουν ισχυρές υποψίες, αλλά όχι αποδείξεις, η Richmond (μητρική του οίκου Cartier) και η Kering, στην οποία ανήκουν μεταξύ άλλων τα Gucci και τα Saint Laurent. Η τελευταία έχει δεσμευθεί από το 2020 να σταματήσει την καταστροφή των αδιάθετων προϊόντων. Το ίδιο έχει κάνει και η Prada, ξεκινώντας από το 2024.

Η Channel καταστρέφει συστηματικά τα απούλητα προϊόντα της για να μην μειωθεί η αξία της μάρκας.
Τα Chanel στον τεμαχιστή υφασμάτων

Όπως αναφέρει δημοσίευμα του Βloomberg, η τελευταία εταιρεία που «πιάστηκε» επ'αυτοφόρω να αυτοκαταστρέφεται είναι η Chanel. Αφορμή ήταν η δίκη τεσσάρων πρώην εργαζομένων της εταιρείας στο Χονγκ Κονγκ που κατηγορούνταν ότι μεταξύ 2016-17 συνωμότησαν για να κλέψουν εμπορεύματα που προορίζονταν για καταστροφή, αξίας 1,12 εκατ. δολαρίων (1 εκατ. ευρώ). Αφού θα πετιούνταν ούτως ή άλλως, γιατί να μην βγάλουν κι εκείνοι το κάτι τις τους; Για την εταιρεία όμως δεν πάει έτσι.

Σύμφωνα με τον κινέζο δικαστή που δίκασε τους κατηγορούμενους, κάθε τρεις ως έξι μήνες η αποθήκη της Chanel στο Χονγκ Κονγκ κατέστρεφε συστηματικά 10.000 ως 20.000 τεμάχια ρούχων, σε μηχάνημα τεμαχισμού υφασμάτων. Στην ιστοσελίδα της Chanel ένα απλό υφασμάτινο σακάκι της τελευταίας συλλογής ξεκινά από τα 7.300 ευρώ, ενώ πιο εξεζητημένα τουίντ σακάκια ξεπερνάνε τα 11.000 ευρώ. Μιλάμε πάντα για τα λεγόμενα ready to wear, μαζικής παραγωγής ρούχα. Στα πιο exclusive κοστούμια και φορέματα οι τιμές ξεφεύγουν και ανακοινώνονται μόνο κατόπιν συνεννόησης.

Άρα με τους πλέον μετριοπαθείς υπολογισμούς, από μία και μόνο αποθήκη της Chanel καταστρέφεται ετησίως εμπόρευμα αξίας 640 εκατομμυρίων ευρώ, σε ευρωπαϊκές τιμές λιανικής.
Η ίδια η εταιρεία δήλωσε ότι τα παραπάνω νούμερα δεν αντανακλούν τις σημερινές πρακτικές της και ότι πλέον ευθυγραμμίζεται με τις δεσμεύσεις της για βιωσιμότητα. Δεν αρνήθηκε ωστόσο ότι συνεχίζει να καταστρέφει απούλητα ρούχα, έστω σε πιο περιορισμένο βαθμό.

 

Πολυμέσα