Τρεις Έλληνες υπήκοοι συγκαταλέγονται στους επιζώντες της σιδηροδρομικής τραγωδίας στην επαρχία Τολέδο της Ισπανίας, όπου τουλάχιστον 68 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και δεκάδες τραυματίστηκαν. Πρόκειται για μέλη της οικογένειας Δρίτσα, μια μητέρα και τους δύο γιους της, τον 21χρονο Μάριο και τον 18χρονο Χρήστο, οι οποίοι περιέγραψαν τις δραματικές στιγμές που έζησαν στην ισπανική εφημερίδα El País.
Η οικογένεια είχε φτάσει στη Μαδρίτη το προηγούμενο Σάββατο και ταξίδευε προς τη Σεβίλλη για τουρισμό, όταν το ταξίδι της εξελίχθηκε σε εφιάλτη.
Η στιγμή της σύγκρουσης
Το δυστύχημα σημειώθηκε το πρωί της Τετάρτης 28 Οκτωβρίου, όταν τρένο υψηλής ταχύτητας προσέκρουσε στο πίσω μέρος άλλου συρμού που είχε ακινητοποιηθεί στην κεντρική Ισπανία, με αποτέλεσμα να εκτροχιαστούν δύο βαγόνια.
Σύμφωνα με τον ισπανικό διαχειριστή του σιδηροδρομικού δικτύου ADIF, και οι δύο συρμοί μετέφεραν εκατοντάδες επιβάτες από τη Μαδρίτη προς τον νότο και τη Σεβίλλη. Στο τρένο της Renfe επέβαιναν 397 άτομα και σε εκείνο της Iryo 147.
Λίγο πριν από τη σύγκρουση, ο Μάριος και η μητέρα του είχαν πάει στο βαγόνι-εστιατόριο για πρωινό, ενώ ο μικρότερος γιος είχε παραμείνει στη θέση του. Την ώρα που περίμεναν την παραγγελία τους, η σφοδρότητα της πρόσκρουσης εκτόξευσε τους επιβάτες τον έναν πάνω στον άλλον.
«Ξαφνικά, ο χρόνος σταμάτησε», είπε ο Μάριος στην El País.
Το βαγόνι-εστιατόριο εκτροχιάστηκε και έγειρε υπό γωνία περίπου 30 μοιρών. Μέσα στον πανικό, ο Μάριος και η μητέρα του κατάφεραν να σηκωθούν και να φτάσουν στον Χρήστο, διαπιστώνοντας ότι ήταν ζωντανός.
Η αλλαγή θέσης που αποδείχθηκε σωτήρια
Ο 18χρονος Χρήστος περιέγραψε στην εφημερίδα ότι λίγο πριν από τη σύγκρουση αποφάσισε να μετακινηθεί στη θέση που είχε αφήσει κενή ο μεγαλύτερος αδελφός του. Η θέση στην οποία καθόταν αρχικά καταστράφηκε από τη σφοδρότητα της πρόσκρουσης.
Τα τρία μέλη της οικογένειας κατάφεραν τελικά να ξαναβρεθούν, να βγουν από το κατεστραμμένο τρένο και να κατευθυνθούν σε έναν κοντινό αμυγδαλεώνα.
Ο τραυματισμός της μητέρας και η επιστροφή στη Μαδρίτη
Η μητέρα υπέστη κάταγμα στην κλείδα και μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο του Τολέδο. Δημοσιογράφοι της El País τη συνάντησαν σε αναπηρικό αμαξίδιο, με το χέρι σε ανάρτηση. Όπως ανέφερε, εξακολουθούσε να βρίσκεται σε κατάσταση σοκ και άφησε τους γιους της να περιγράψουν όσα είχαν συμβεί.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ξέσπασε σε κλάματα κοιτάζοντας το κινητό της, ενώ τα παιδιά της την αγκάλιασαν για να την παρηγορήσουν.
Η οικογένεια ευχαρίστησε τις ομάδες διάσωσης, το ιατρικό προσωπικό, αλλά και έναν εθελοντή που τους μετέφερε με το αυτοκίνητό του από το σημείο της σύγκρουσης σε κοντινό χωριό. Μετά την τραυματική εμπειρία, εγκατέλειψαν τα σχέδιά τους να συνεχίσουν προς τη Σεβίλλη και σχεδίαζαν να επιστρέψουν στη Μαδρίτη για να ξεκουραστούν.
Τριήμερο εθνικό πένθος στην Ισπανία
Η σύγκρουση αποτελεί τη φονικότερη σιδηροδρομική τραγωδία στην Ευρώπη μετά το δυστύχημα του 2013 στο Σαντιάγο ντε Κομποστέλα της Ισπανίας, όπου είχαν σκοτωθεί 80 άνθρωποι. Είναι, επίσης, το δεύτερο πολύνεκρο δυστύχημα με τρένα υψηλής ταχύτητας στη χώρα μέσα στο 2026, μετά τη σύγκρουση του Ιανουαρίου στη νότια Ισπανία, που είχε στοιχίσει τη ζωή σε 45 ανθρώπους.
Ο πρωθυπουργός της Ισπανίας, Πέδρο Σάντσεθ, ανακοίνωσε από την Ούρδα τριήμερο επίσημο πένθος, από τις 29 έως τις 31 Οκτωβρίου.
Στο μεταξύ, ο υπουργός Μεταφορών Όσκαρ Πουέντε έκανε λόγο για μια «ανεξήγητη» εντολή από το κέντρο ελέγχου, η οποία δόθηκε μετά την αστοχία συστήματος ασφαλείας, υποστηρίζοντας ότι οι μηχανοδηγοί δεν έφεραν ευθύνη για το δυστύχημα.