Η Δέσποινα απέκτησε νέο νεφρό χάρη στην απόφαση της μητέρας της να γίνει δότρια. Ο Χρήστος χρειάστηκε δύο μεταμοσχεύσεις και πέρασε 25 χρόνια σε διαδικασίες κάθαρσης, προτού λάβει νεφρό από τη δική του μητέρα. Η Χριστίνα Θεοδωρίδου ζει εδώ και 22 χρόνια με μεταμοσχευμένο ήπαρ. Τρεις διαφορετικές ιστορίες αναδεικνύουν τη σημασία της δωρεάς οργάνων, αλλά και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ασθενείς και οι οικογένειές τους.
Οι μαρτυρίες τους κατατέθηκαν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ με αφορμή την επιστημονική ημερίδα «Δώρο Ζωής», που πραγματοποιείται το Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2026, στις 09:00, στη Βιβλιοθήκη Bissell του Ανατόλια, στη Θεσσαλονίκη.
Στην ημερίδα συμμετέχει και ο καθηγητής Χειρουργικής Μεταμοσχεύσεων στο Imperial College του Λονδίνου, Βασίλης Παπαλόης, ο οποίος αναφέρεται στις εξελίξεις της μεταμοσχευτικής ιατρικής, στην αύξηση των δοτών στην Ελλάδα και στα ηθικά ζητήματα που ανακύπτουν από τη διεύρυνση των δυνατοτήτων της επιστήμης.
Η Δέσποινα έλαβε νεφρό χάρη στη δωρεά της μητέρας της
Η Δέσποινα ήταν 23 ετών όταν διαγνώστηκε, έπειτα από τυχαίο έλεγχο, με IgA νεφροπάθεια. Η νόσος προκάλεσε σοβαρή βλάβη και στους δύο νεφρούς της, ενώ οι φαρμακευτικές θεραπείες δεν απέδωσαν.
Ακολούθησαν μήνες αιμοκάθαρσης, μέχρι να καταστεί δυνατή η μεταμόσχευση.
Η μητέρα της, Βασιλική, προσφέρθηκε να της δώσει τον έναν νεφρό της. Οι προμεταμοσχευτικές εξετάσεις έδειξαν, ωστόσο, ότι η απευθείας μεταμόσχευση μεταξύ τους παρουσίαζε αυξημένο κίνδυνο λόγω ασυμβατότητας.
Με τη βοήθεια της ιατρικής ομάδας του Ιπποκρατείου Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, μητέρα και κόρη εντάχθηκαν σε πρόγραμμα διασταυρούμενης δωρεάς νεφρού. Η Βασιλική δώρισε το όργανό της σε άλλον συμβατό ασθενή και η Δέσποινα έλαβε νεφρό από συμβατό δότη.
Η επέμβαση πραγματοποιήθηκε στις 2 Ιουνίου 2026 και η ανάρρωση της Δέσποινας εξελίσσεται ομαλά. Η ίδια αναφέρει ότι η μεγαλύτερη δυσκολία δεν ήταν μόνο η ιατρική διαδικασία, αλλά και οι ψυχολογικές συνέπειες της ασθένειας.
«Το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν το ψυχολογικό», σημειώνει. Για την απόφαση να προχωρήσει στη μεταμόσχευση, τονίζει: «Αν δεν ήταν η μητέρα μου, δεν θα έμπαινα καν στη διαδικασία να κάνω όλο αυτό».
Η Βασιλική, παρότι έχει αναρρώσει από την επέμβαση και αντιμετωπίζει μόνο μετεγχειρητικές ενοχλήσεις, εξακολουθεί να ανησυχεί για την κόρη της, η οποία χρειάζεται τακτική ιατρική παρακολούθηση και ανοσοκατασταλτική αγωγή.
«Κάθε φορά που χτυπάει το τηλέφωνο ανησυχώ. Ο φόβος δεν με έχει εγκαταλείψει», εξομολογείται. Η ίδια θεωρεί αυτονόητη την απόφασή της να προσφέρει τον νεφρό της.
Ο Χρήστος έλαβε νεφρό από τον παππού του και, χρόνια αργότερα, από τη μητέρα του
Ο 34χρονος σήμερα Χρήστος γεννήθηκε με υποπλασία των νεφρών. Σε ηλικία μόλις πέντε ετών υποβλήθηκε στην πρώτη του μεταμόσχευση, με δότη τον παππού του. Έξι μήνες αργότερα, όμως, ο οργανισμός του απέρριψε το μόσχευμα.
Ακολούθησαν επτά χρόνια περιτοναϊκής κάθαρσης και άλλα 18 χρόνια αιμοκάθαρσης. Πριν από περίπου τρεισήμισι χρόνια, η μητέρα του, Φωτεινή, έγινε δότρια νεφρού, δίνοντάς του τη δυνατότητα να υποβληθεί σε δεύτερη μεταμόσχευση.
Η Φωτεινή δεν μπορούσε αρχικά να προσφέρει τον νεφρό της, καθώς είχε διαφορετική ομάδα αίματος από τον γιο της. Η δυνατότητα πραγματοποίησης μεταμοσχεύσεων μεταξύ ατόμων με ασύμβατες ομάδες αίματος επέτρεψε να προχωρήσει η διαδικασία.
Υπήρχε, ωστόσο, πρόσθετη δυσκολία, καθώς ο Χρήστος είχε υψηλά επίπεδα κυτταροτοξικών αντισωμάτων. Χρειάστηκε ειδική προετοιμασία με πλασμαφαιρέσεις πριν και μετά την επέμβαση, η οποία έγινε στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης.
Σήμερα ο Χρήστος είναι καλά στην υγεία του και σπουδάζει διακόσμηση εσωτερικών χώρων.
«Το παιδί δεν έβλεπε τίποτε άλλο, μόνο πόνο, πόνο, τίποτε άλλο. Λόγω της τραυματικής εμπειρίας που είχε στα 5 του, δεν ήθελε να υποβληθεί ξανά σε μεταμόσχευση. Τελικά η μεταμόσχευση έγινε και τώρα είναι καλά. Βλέπει τη ζωή ξανά με διαφορετική ματιά», περιγράφει η μητέρα του.
Για την απόφασή της να γίνει δότρια, η Φωτεινή αναφέρει: «Αν δεν υπάρχει αγάπη, δεν μπορείς να κάνεις κάτι τέτοιο. Ένιωσα πολύ ευλογημένη που έδωσα ζωή στο ίδιο μου το παιδί».
Χριστίνα Θεοδωρίδου: 22 χρόνια ζωής με μεταμοσχευμένο ήπαρ
Η Χριστίνα Θεοδωρίδου συμπληρώνει 22 χρόνια από τη μεταμόσχευση ήπατος στην οποία υποβλήθηκε εξαιτίας σκληρυντικής χολαγγειίτιδας, που είχε οδηγήσει σε ηπατική ανεπάρκεια τελικού σταδίου.
Πριν από τη μεταμόσχευση, η κατάστασή της ήταν ιδιαίτερα σοβαρή, με επανειλημμένες νοσηλείες. Όπως εξηγεί, στην ηπατική ανεπάρκεια δεν υπάρχουν αντίστοιχες δυνατότητες μακροχρόνιας υποστήριξης με εκείνες που προσφέρει η αιμοκάθαρση στους νεφροπαθείς.
Η κ. Θεοδωρίδου υπήρξε από τα πρώτα μέλη του Σωματείου Ηπατομεταμοσχευθέντων Ελλάδος «ΗΠΑΡχω», του οποίου διετέλεσε πρόεδρος για σειρά ετών και σήμερα είναι αντιπρόεδρος.
Μετά τη μεταμόσχευση, η ζωή της άλλαξε ριζικά. Πλέον έχει μια φυσιολογική καθημερινότητα, συνεχίζοντας την απαραίτητη ιατρική παρακολούθηση και τη θεραπεία της.
«Ουσιαστικά, ξαναγεννιέσαι», λέει.
Η ίδια αναφέρεται με ιδιαίτερο σεβασμό στις οικογένειες των αποβιωσάντων δοτών, οι οποίες καλούνται να αποφασίσουν για τη δωρεά οργάνων σε μια στιγμή βαθιάς προσωπικής απώλειας.
«Μέσα από τον θάνατο γεννήθηκε η ζωή», σημειώνει, επισημαίνοντας ότι η δωρεά οργάνων από έναν άνθρωπο μπορεί να αλλάξει τη ζωή επτά ληπτών, αλλά και των οικογενειών τους.
«Θα αισθάνομαι πάντα ευγνωμοσύνη για τον άνθρωπο που με τη δωρεά των οργάνων του μου έδωσε το διαβατήριο για τη ζωή», αναφέρει.
Παπαλόης: Σημαντική αύξηση των δοτών, αλλά παραμένουν τα ηθικά διλήμματα
Στην πρόοδο που έχει σημειώσει η Ελλάδα στον τομέα των μεταμοσχεύσεων αναφέρεται ο καθηγητής Χειρουργικής στο Imperial College του Λονδίνου, Βασίλης Παπαλόης.
Ο καθηγητής, που είχε συνεργαστεί με τον Ηλία Μόσιαλο για την εκπόνηση του Εθνικού Σχεδίου για τη Δωρεά και Μεταμόσχευση Συμπαγών Οργάνων, εκτιμά ότι μετά την εφαρμογή του σχεδίου και τις νομοθετικές παρεμβάσεις του 2023 ο αριθμός των δοτών ανά εκατομμύριο πληθυσμού στην Ελλάδα έχει σχεδόν τετραπλασιαστεί.
Παρά την πρόοδο, ο κ. Παπαλόης επισημαίνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές προκλήσεις. Μία από αυτές είναι η ισότιμη πρόσβαση στη μεταμόσχευση, ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας του ασθενούς ή το νοσοκομείο στο οποίο παρακολουθείται και υποβάλλεται σε θεραπεία.
Ένα δεύτερο ζήτημα αφορά τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους οργανώνεται η συναίνεση για τη δωρεά οργάνων. Στο μοντέλο της ρητής συναίνεσης (opt-in), ο πολίτης δηλώνει εκ των προτέρων ότι επιθυμεί να γίνει δωρητής. Στο μοντέλο της τεκμαιρόμενης συναίνεσης (opt-out), η μη εκφρασμένη άρνηση μπορεί να επιτρέπει τη δωρεά, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις.
Στην Ελλάδα, σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, όταν δεν υπάρχει καταγεγραμμένη συναίνεση ή άρνηση του αποβιώσαντος, η αφαίρεση οργάνων απαιτεί τη σύμφωνη γνώμη των οικείων του. Ο κ. Παπαλόης υπογραμμίζει τη σημασία της συμμετοχής της οικογένειας και της κοινωνικής αποδοχής, υπενθυμίζοντας τις αντιδράσεις που είχε προκαλέσει η προσπάθεια εφαρμογής αυστηρότερου μοντέλου συναίνεσης την περίοδο 2010-2011.
Η δωρεά μετά από κυκλοφορικό θάνατο και η πιθανή αύξηση των μοσχευμάτων
Ο καθηγητής δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στη δυνατότητα δωρεάς οργάνων μετά από κυκλοφορικό θάνατο, μια διαδικασία διαφορετική από τη δωρεά μετά τη διαπίστωση εγκεφαλικού θανάτου.
Πρόκειται για περιπτώσεις όπου, όταν η περαιτέρω θεραπευτική παρέμβαση δεν έχει πλέον όφελος για τον ασθενή, λαμβάνεται απόφαση απόσυρσης της υποστηρικτικής θεραπείας. Μετά τη διαπίστωση του θανάτου, και υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, μπορεί να ακολουθήσει δωρεά οργάνων.
Σύμφωνα με τον κ. Παπαλόη, η δυνατότητα αυτή προβλέπεται από τη νομοθεσία του 2023, αλλά δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί στην Ελλάδα. Εκτιμά ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των διαθέσιμων δοτών κατά 50% έως 60%, ενδεχομένως και περισσότερο.
Προϋπόθεση θεωρεί την επαρκή ενημέρωση των πολιτών και την εμπιστοσύνη της κοινωνίας στη διαδικασία.
«Δεν επιβάλλονται αυτά τα πράγματα με αστυνομικά μέτρα», τονίζει.
Η έλλειψη μοσχευμάτων οδηγεί επίσης σε επανεξέταση των κριτηρίων καταλληλότητας των δοτών και των ληπτών. Πλέον εξετάζεται, υπό συγκεκριμένες ιατρικές προϋποθέσεις, η δυνατότητα αξιοποίησης οργάνων από ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας ή με προβλήματα υγείας, όπως υπέρταση, διαβήτη ή αρτηριοπάθεια.
Ταυτόχρονα, οι υποψήφιοι λήπτες είναι συχνά μεγαλύτερης ηλικίας και παρουσιάζουν περισσότερες συνυπάρχουσες παθήσεις. Σύμφωνα με τον καθηγητή, η διεύρυνση των κριτηρίων πρέπει να γίνεται χωρίς να υπονομεύεται η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της μεταμόσχευσης.
Ανάλογα ζητήματα τίθενται και στη δωρεά από ζώντες δότες. Ένας γονιός ηλικίας 70 ή 75 ετών, για παράδειγμα, μπορεί να επιθυμεί να προσφέρει νεφρό στο παιδί ή στον σύζυγό του, ακόμη και αν έχει ήπια υπέρταση ή διαβήτη τύπου 2. Η ιατρική αξιολόγηση οφείλει να λαμβάνει υπόψη τη μακροπρόθεσμη υγεία του δότη και να περιορίζει όσο το δυνατόν περισσότερο τον κίνδυνο.
Ξενομεταμοσχεύσεις και τεχνητή νοημοσύνη
Στις εξελίξεις της μεταμοσχευτικής ιατρικής περιλαμβάνονται τεχνολογίες που επιτρέπουν την αξιολόγηση και τη βελτίωση της κατάστασης ενός οργάνου εκτός του ανθρώπινου σώματος, πριν από τη μεταμόσχευσή του.
Ένα ακόμη πεδίο έρευνας είναι οι ξενομεταμοσχεύσεις, δηλαδή η μεταφορά οργάνων από ζώα σε ανθρώπους, κυρίως από χοίρους. Η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε μελλοντικά να διευρύνει τη διαθεσιμότητα μοσχευμάτων, αν και εξακολουθούν να υπάρχουν ερωτήματα σχετικά με την ασφάλεια και τις μακροχρόνιες συνέπειες.
Ο Βασίλης Παπαλόης αναφέρεται επίσης στις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης και της μηχανικής μάθησης στη μεταμοσχευτική ιατρική. Υπογραμμίζει ότι η αξιοποίηση νέων τεχνολογιών πρέπει να συνοδεύεται από καλά κλινικά αποτελέσματα και από επαρκή ενημέρωση των ασθενών, ώστε να κατανοούν και να αποδέχονται τις διαδικασίες.
Για τον καθηγητή, η ενημέρωση σχετικά με τη δωρεά οργάνων παραμένει εξίσου σημαντική με την επιστημονική πρόοδο. Τονίζει επίσης την ανάγκη πρόληψης και υγιεινής ζωής, καθώς η γήρανση του πληθυσμού και οι παράγοντες κινδύνου αυξάνουν τον αριθμό των ασθενών που εμφανίζουν οργανική ανεπάρκεια τελικού σταδίου.