Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Ρήγμα στον Λευκό Οίκο για την έξοδο από τον πόλεμο με το Ιράν,αμφισβητεί την άναρχη τακτική του Ντ. Τραμπ

Μια έντονη εσωτερική αντιπαράθεση στον Λευκό Οίκο επηρεάζει τις δηλώσεις Τραμπ σχετικά με την πορεία του πολέμου με το Ιράν, καθώς σύμβουλοι και αξιωματούχοι διαφωνούν για το πότε και με ποιον τρόπο θα μπορούσε να κηρυχθεί «νίκη», την ώρα που η σύγκρουση εξαπλώνεται στη Μέση Ανατολή.


Σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν τις εσωτερικές συζητήσεις, ορισμένοι οικονομικοί σύμβουλοι προειδοποιούν ότι η άνοδος των τιμών της βενζίνης μπορεί να έχει σημαντικό πολιτικό κόστος για τον Τραμπ λόγω του πολέμου, ενώ άλλοι τον πιέζουν να συνεχίσει την στρατιωτική πίεση κατά της Τεχεράνης.

Οι διαφωνίες αποκαλύπτουν τις εσωτερικές διεργασίες της αμερικανικής κυβέρνησης γύρω από τη μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ από τον πόλεμο στο Ιράκ το 2003.
Ο Τραμπ, που επανήλθε στην προεδρία υποσχόμενος να αποφύγει «ανόητες» στρατιωτικές επεμβάσεις, βρίσκεται σχεδόν δύο εβδομάδες μετά την έναρξη του πολέμου αντιμέτωπος με μια κρίση που έχει αναστατώσει τις διεθνείς αγορές και έχει διαταράξει το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου.
Η διαμάχη μεταξύ των συμβούλων του είναι χαρακτηριστικό στοιχείο της προεδρίας του, όμως αυτή τη φορά οι συνέπειες αφορούν άμεσα την πορεία ενός πολέμου.

Αν και αρχικά είχε παρουσιάσει ευρείς στρατηγικούς στόχους για τη σύγκρουση, τις τελευταίες ημέρες ο Τραμπ τονίζει ότι θεωρεί την επιχείρηση περιορισμένης διάρκειας και ότι οι βασικοί στρατιωτικοί στόχοι έχουν σχεδόν επιτευχθεί. Ωστόσο, το μήνυμα παραμένει ασαφές, ακόμη και για τις ενεργειακές αγορές, οι οποίες αντιδρούν έντονα στις δηλώσεις του.

Σε προεκλογικού ύφους συγκέντρωση στο Κεντάκι δήλωσε ότι «κερδίσαμε» τον πόλεμο, πριν προσθέσει: «Δεν θέλουμε να φύγουμε νωρίς, έτσι δεν είναι; Πρέπει να τελειώσουμε τη δουλειά». Στο εσωτερικό της κυβέρνησης έχουν διαμορφωθεί τρία βασικά ρεύματα επιρροής γύρω από τον πρόεδρο.
Οικονομικοί σύμβουλοι, μεταξύ των οποίων στελέχη του υπουργείου Οικονομικών και του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου, προειδοποιούν ότι ένα σοκ στις τιμές του πετρελαίου και της βενζίνης θα μπορούσε να διαβρώσει γρήγορα την ήδη περιορισμένη δημόσια στήριξη προς τον πόλεμο.

Παρόμοιες ανησυχίες εκφράζουν και πολιτικοί σύμβουλοι, όπως η επικεφαλής του επιτελείου Σούζι Γουάιλς και ο αναπληρωτής της Τζέιμς Μπλερ, οι οποίοι πιέζουν τον Τραμπ να ορίσει τη νίκη και να δώσει το μήνυμα ότι η στρατιωτική επιχείρηση είναι περιορισμένη και σχεδόν ολοκληρωμένη.

Αντίθετα, πιο «σκληρές» φωνές ζητούν συνέχιση της στρατιωτικής πίεσης κατά του Ιράν. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές όπως ο Λίντσεϊ Γκρέιαμ και ο Τομ Κότον, καθώς και σχολιαστές των συντηρητικών μέσων ενημέρωσης. Υποστηρίζουν ότι οι ΗΠΑ πρέπει να αποτρέψουν το Ιράν από την απόκτηση πυρηνικών όπλων και να απαντήσουν δυναμικά στις επιθέσεις κατά αμερικανικών δυνάμεων και εμπορικών πλοίων.

Την ίδια στιγμή, πρόσωπα που συνδέονται με τη λαϊκιστική βάση του κινήματος «Make America Great Again», όπως ο Στιβ Μπάνον και ο σχολιαστής Τάκερ Κάρλσον, πιέζουν τον πρόεδρο να αποφύγει μια νέα παρατεταμένη εμπλοκή στη Μέση Ανατολή.

Σύμφωνα με σύμβουλο του Τραμπ, ο πρόεδρος επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε αυτές τις πιέσεις. «Επιτρέπει στα "γεράκια" να πιστεύουν ότι η εκστρατεία συνεχίζεται, θέλει οι αγορές να πιστεύουν ότι ο πόλεμος μπορεί να τελειώσει σύντομα και η βάση του να θεωρεί ότι η κλιμάκωση θα παραμείνει περιορισμένη», ανέφερε.

Παρά τις αντιφατικές δηλώσεις, ο Τραμπ έχει αρχίσει να περιγράφει τη σύγκρουση ως μια «βραχυπρόθεσμη επιχείρηση». Σύμφωνα με άτομο που γνωρίζει τις συζητήσεις, η φράση αυτή περιλήφθηκε σε σημείωμα στρατηγικής επικοινωνίας που ετοιμάστηκε πριν από ομιλία του προς Ρεπουμπλικανούς βουλευτές.
Ορισμένοι σύμβουλοι εξετάζουν σενάριο σύμφωνα με το οποίο ο Τραμπ θα μπορούσε να ανακοινώσει ότι οι βασικοί στρατιωτικοί στόχοι επιτεύχθηκαν και στη συνέχεια να μετατοπίσει την πίεση προς το Ιράν μέσω κυρώσεων, αποτροπής και διαπραγματεύσεων. Δεν συμφωνούν όμως όλοι με αυτή την προσέγγιση.

Ωστόσο, κρίσιμος παράγοντας για την εξέλιξη του πολέμου παραμένουν τα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων αποστολών πετρελαίου και όπου η ναυσιπλοΐα έχει σχεδόν παραλύσει λόγω των ιρανικών επιθέσεων.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η ιρανική ηγεσία θα μπορούσε να παρουσιάσει ως νίκη το γεγονός ότι επιβίωσε από τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις και ότι εξακολουθεί να μπορεί να πλήττει στόχους των ΗΠΑ και των συμμάχων τους.

Παράλληλα, σύμφωνα με αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών, η ηγεσία του Ιράν δεν βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο κατάρρευσης, ενώ μεγάλο μέρος των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου εκτιμάται ότι έχει θαφτεί μετά τους βομβαρδισμούς, γεγονός που σημαίνει ότι θα μπορούσε θεωρητικά να ανακτηθεί και να εμπλουτιστεί περαιτέρω. Το Ιράν αρνείται ότι επιδιώκει την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων.

Πολυμέσα