Η «χειρότερη ιδέα» αφορούσε τρεις «όμορφες ιδιωτικές ντετέκτιβ», την Άλισον, την Κάθριν και τη Λι. Εργάζονταν για έναν μυστηριώδη και απρόσωπο εργοδότη, τον Τσάρλι Τάουνσεντ, και η σειρά είχε τον τίτλο Alley Cats — ένα μάλλον πρόχειρο λογοπαίγνιο με τα ονόματα των χαρακτήρων, Αλ, Λι και Κατ. «Δεν ήταν και ο πιο κομψός τίτλος που είχε εμφανιστεί ποτέ», παραδέχθηκε ο Γκόλντμπεργκ λίγα χρόνια αργότερα.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν ήταν ο τίτλος ή η ελαφρότητα της ιδέας. Παρά το δεύτερο κύμα του φεμινισμού που είχε κάνει την εμφάνισή του τη δεκαετία του 1960, η ιδέα τριών γυναικών ως πρωταγωνιστριών μιας τηλεοπτικής σειράς έμοιαζε ριζοσπαστική. Και ένα τηλεοπτικό δίκτυο όπως το ABC δεν ήταν διατεθειμένο να πάρει τέτοιο ρίσκο.
Το 1971, όμως, ενώ ο Σπέλινγκ και ο Γκόλντμπεργκ συνεργάζονταν με το ABC σε ένα άλλο πρότζεκτ, κατάφεραν να φέρουν το σενάριο των Alley Cats στα σωστά χέρια. Το πιλοτικό επεισόδιο εγκρίθηκε, οι ανερχόμενες τότε σταρ Φάρα Φόσετ, Τζάκλιν Σμιθ και Κέιτ Τζάκσον ανέλαβαν τους ρόλους των δυναμικών ντετέκτιβ Τζιλ, Σαμπρίνα και Κέλι και ο τίτλος άλλαξε σε Charlie's Angels.
Όταν το πρώτο επεισόδιο προβλήθηκε το 1976, η τηλεθέαση εκτοξεύτηκε και η σειρά χαρακτηρίστηκε «επαναστατική».
Έναν μήνα μετά την πρεμιέρα της σειράς, το περιοδικό Time, το οποίο κατά κανόνα έβαζε γυναίκες στο εξώφυλλό του μαζί με άνδρες μόνο στο ειδικό τεύχος «Άνδρες και Γυναίκες της Χρονιάς», έβαλε στο εξώφυλλο τις τρεις «Αγγέλους», με τον τίτλο: «Οι υπεργυναίκες της τηλεόρασης».
Η σειρά απέφερε 100.000 δολάρια για κάθε λεπτό διαφημιστικού χρόνου, ποσό-ρεκόρ για τηλεοπτική σειρά.
Οι «Άγγελοι του Τσάρλι» πίσω από τις κάμερες
Πίσω από τις κάμερες όμως οι «Άγγελοι» δεν ήταν και τόσο άγγελοι. Η Σμιθ επανέφερε τη σειρά στην επικαιρότητα αποκαλύπτοντας ότι η συμπρωταγωνίστριά της στην τελευταία σεζόν, Τάνια Ρόμπερτς, την είχε κάποτε καλέσει να συμμετάσχει σε ένα τρίο στα γυρίσματα στη Χαβάη, μαζί με τον σύζυγό της, Μπάρι Ρόμπερτς. Η Σμιθ αρνήθηκε ευγενικά, όπως εξηγεί στα νέα απομνημονεύματά της I Once Knew a Guy Named Charlie («Κάποτε γνώριζα έναν άνδρα που τον έλεγαν Τσάρλι»).
Η Ρόμπερτς, γράφει, «δεν ήταν καθόλου διακριτική ούτε στο ελάχιστο, ούτε όταν πρότεινε σε ανθρώπους να "ανταλλάξουν συντρόφους" μαζί τους». Συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι η κοκαΐνη χρησιμοποιούνταν «διαρκώς» στα γυρίσματα και ότι η ευέξαπτη συμπρωταγωνίστριά της, Τζάκσον, έβριζε με όλη της τη δύναμη και οδηγούσε έξαλλη το αυτοκινούμενο τροχόσπιτό της στους χώρους του στούντιο.
Η Σμιθ έχει χαρακτηρίσει τη σειρά «πρωτοποριακή», επαινώντας το βασικό της μήνυμα «για τρεις γυναίκες συναισθηματικά και οικονομικά ανεξάρτητες» και υποστηρίζοντας ότι γυναίκες θαυμάστριες τής έστελναν γράμματα για να την ευχαριστήσουν επειδή αμφισβητούσε το κατεστημένο.
Η Σέριλ Λαντ, που εντάχθηκε στη σειρά το 1977, θυμάται γυναίκες θαυμάστριες να της λένε: «Θέλω να γίνω σαν εσένα. Θέλω να γίνω αστυνομικός όταν μεγαλώσω και να τολμήσω να γίνω κάτι άλλο πέρα από την αποδεκτή επιλογή της δασκάλας ή της γραμματέως». Κάποια στιγμή, η σειρά λάμβανε 18.000 γράμματα θαυμαστών την εβδομάδα.
Λιγοστά ρούχα και ζουμ στις καμπύλες των πρωταγωνιστριών
Για άλλους η σειρά ήταν εξαιρετικά προβληματική, με τους επικριτές να βάζουν στο στόχαστρο τα λιγοστά ρούχα των γυναικών, τις ισχνές σεναριακές πλοκές και τους κοριτσίστικους διαλόγους. Η σειρά απέκτησε το παρατσούκλι «jiggle TV», λόγω της εμμονής της κάμερας με τα πιο καμπυλωτά σημεία του σώματος των πρωταγωνιστριών.
Η Φόσετ, η οποία έσπασε το συμβόλαιό της μόλις έναν χρόνο αργότερα για να συνεχίσει την καριέρα της στο θέατρο και τον κινηματογράφο, είχε πει μάλιστα: «Όταν η σειρά ήταν στο Νο 3, σκέφτηκα ότι ήταν χάρη στην υποκριτική μας. Όταν έφτασε στο Νο 1, αποφάσισα ότι αυτό μπορούσε να οφείλεται μόνο στο ότι καμία από εμάς δεν φορούσε σουτιέν».
«Δεν ξέραμε αν έπρεπε να γελάσουμε ή να κλάψουμε», έγραψε η φεμινίστρια κριτικός Μόλι Χάσκελ στους New York Times, χαρακτηρίζοντας τη σειρά «προϊόν της εποχής της, ακροβατώντας επικίνδυνα στα όρια ανάμεσα στον χλευαστικό σεξισμό και έναν φεμινισμό light».
Η ακαδημαϊκός Ελάνα Λεβάιν την περιέγραψε ως «πεδίο διαπραγμάτευσης της σχέσης ανάμεσα στον νεοεμφανιζόμενο και ολοένα πιο ορατό φεμινισμό του γυναικείου απελευθερωτικού κινήματος και στη συμβατική, σεξουαλικοποιημένη θηλυκότητα των συμβόλων του σεξ που παρήγαγε το Χόλιγουντ».
Ο ακριβοπληρωμένος Τσάρλι και τα τρία «μικρά κορίτσια»
Δημιουργημένη από μια αποκλειστικά ανδρική ομάδα, η σειρά ήταν μια καθαρή ανδρική φαντασίωση: ένας ασφαλής χώρος για τους άνδρες, ώστε να γοητεύονται από την απλή ιδέα μιας δυναμικής γυναίκας, η οποία ήταν τόσο αόριστη και εξωπραγματικά τέλεια, ώστε να μην μπορεί ποτέ να τους απειλήσει.
Ο ίδιος ο Σπέλινγκ ουσιαστικά το παραδεχόταν: «Εννοώ, ήταν επιστημονική φαντασία. Πιστεύει κανείς ότι τρεις νεαρές γυναίκες αποφοιτούν από την αστυνομική ακαδημία, αναλαμβάνουν απαίσιες δουλειές και προσλαμβάνονται τηλεφωνικά από έναν άνδρα, ο οποίος τους πληρώνει 500 δολάρια την εβδομάδα και φορούν τουαλέτες του Νόλαν Μίλερ αξίας 5.000 δολαρίων;»
Ο Τσάρλι αποτελούσε επίσης μεγάλο πρόβλημα. Κάθε επεισόδιο ξεκινούσε με τη φωνή του να αφηγείται την πορεία των «Αγγέλων»: «Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχαν τρία μικρά κορίτσια που πήγαν στην αστυνομική ακαδημία», λέει ο Τσάρλι, σαν να διάβαζε παραμύθι. «Αλλά εγώ τις πήρα μακριά από όλα αυτά και τώρα δουλεύουν για μένα».
Όχι μόνο αυτά τα τρία «μικρά κορίτσια» ήταν ενήλικες γυναίκες γύρω στα 20 και κάτι, αλλά ήταν ξεκάθαρο ότι η σειρά προωθούσε μια ανησυχητική εικόνα του Τσάρλι ως ταυτόχρονα απελευθερωτή και ιδιοκτήτη των τριών υπαλλήλων του.
Οι τίτλοι αρχής του πρώτου επεισοδίου ακολουθούνται από σκηνές με κάθε «Άγγελο» να απαντά στο κάλεσμα του Τσάρλι με την ίδια έκφραση απόλυτης, γεμάτης ευγνωμοσύνη ευτυχίας.
Η Κέλι βγαίνει αισθησιακά από μια πισίνα, η Τζιλ εμφανίζεται με ένα μικροσκοπικό σύνολο και η Σαμπρίνα κατεβαίνει από ένα άλογο.
«Μην ανησυχείτε, Άγγελοι», τις καθησυχάζει ο Τσάρλι, ενώ μία από τις νεαρές βοηθούς του τού κάνει μασάζ στην πλάτη, αφού έχει παραπονεθεί για έναν «πιασμένο» μυ. «Σύντομα θα στέκομαι και πάλι τόσο όρθιος όσο ποτέ».
Η ανωνυμία του έκανε την κατάσταση ακόμη πιο ανησυχητική. Όπως έγραψε ο τηλεοπτικός κριτικός Μαρκ Στάιν στο The Atlantic, φαινόταν σχεδιασμένη ώστε να προσελκύει ένα μεγαλύτερο σε ηλικία ανδρικό κοινό: «Έχεις τρεις ωραίες κοπέλες που δουλεύουν, αλλά δεν βλέπεις ποτέ το αφεντικό τους — δηλαδή, θα μπορούσε να είσαι εσύ, κύριε τηλεθεατή, για σένα τρέχουν αυτές οι κοπέλες».
Η Σμιθ, ωστόσο, έχει υπερασπιστεί τη σειρά. «Ο κόσμος έλεγε ότι μας εκμεταλλεύονταν σεξουαλικά, αλλά ήταν ένα παιδικό τραγουδάκι», έχει δηλώσει. «Φορούσαμε μαγιό στην παραλία και, αν υπήρχε έστω και υποψία ερωτικής σκηνής, ήταν τόσο σεμνή. Νομίζω ότι οι παραγωγοί ήταν έξυπνοι. Ήθελαν να προσελκύσουν το νεότερο κοινό και πράγματι ήθελαν οι οικογένειες να παρακολουθούν μαζί».
Μιλώντας στο Vanity Fair για τον «Άγγελο» της Φόσετ, η Λαντ είπε: «Είχε μια ευάλωτη πλευρά που είχε και η Μέριλιν Μονρόε. Ήταν σέξι, αλλά γελούσε εύκολα και είχε κάτι το παιδικό και, πιστεύω, καθόλου απειλητικό. Αυτό ήταν πολύ ελκυστικό για τους άνδρες σε μια εποχή που οι γυναίκες διεκδικούσαν όλο και πιο δυναμικά τον εαυτό τους και τα δικαιώματά τους».
Εκτός οθόνης, η αρχική σειρά «Οι Άγγελοι του Τσάρλι» απείχε πολύ από το να είναι προοδευτική. Ο Τζον Φόρσαϊθ, η φωνή του Τσάρλι, ήταν ο πιο ακριβοπληρωμένος ηθοποιός της σειράς, κερδίζοντας, σύμφωνα με πληροφορίες, 100.000 δολάρια, παρότι δεν είχε επισκεφθεί ποτέ τα γυρίσματα.
Ακόμη και η σιλουέτα του Τσάρλι που εμφανίζεται στην οθόνη δεν ήταν δική του, ενώ η πρώτη ηχογράφηση της φωνής του έγινε ενώ φορούσε τις πιτζάμες του. Στα απομνημονεύματά της, η Σμιθ αποκάλυψε ότι την πρώτη σεζόν έπαιρνε 3.000 δολάρια για κάθε επεισόδιο.
Οι «Άγγελοι» δούλευαν συχνά 14 ώρες την ημέρα και τα εξαντλητικά ωράρια ήταν σίγουρα ένας από τους παράγοντες που συνέβαλαν στη διάλυση των γάμων και των τριών μέχρι το τέλος της σειράς.
Λέει πολλά για τη σειρά το γεγονός ότι η κληρονομιά της Φόσετ δεν αφορά τόσο (ή μόνο) την υποκριτική της όσο την εικόνα της ως «κοριτσιού της αφίσας». Τη χρονιά που έκανε πρεμιέρα η σειρά, το 1976, πόζαρε με ένα αποκαλυπτικό κόκκινο μαγιό, τα φουντωτά μαλλιά της ατημέλητα και το πλατύ, λευκό χαμόγελό της να αποπνέει μια αθώα, ανέμελη γοητεία.
Η φωτογραφία κρεμόταν στους τοίχους του δωματίου σχεδόν κάθε εφηβικού αγοριού στην Αμερική. Για τη σειρά, η Φόσετ έπαιρνε 5.000 δολάρια ανά επεισόδιο. Για την αφίσα, η οποία με 12 εκατομμύρια αντίτυπα παραμένει η εμπορικότερη αφίσα όλων των εποχών, έλαβε 40.000 δολάρια.


