Σε μια από τις πιο σοκαριστικές σκηνές του παγανιστικού θρίλερ Midsommar, ένας ηλικιωμένος, μέλος της αίρεσης, ανεβαίνει σε έναν βράχο, πηδά στο κενό και συντρίβεται στα βράχια από κάτω. Μισοπεθαμένος, δέχεται το τελικό χτύπημα από τα υπόλοιπα μέλη της αίρεσης, που συνθλίβουν το πρόσωπό του με ένα τεράστιο σφυρί. Κι όμως, αυτό το πρόσωπο, πλέον γερασμένο, αδύνατο, μα ακόμη όμορφο, ανήκει στον άνθρωπο που περίπου μισό αιώνα πριν είχε χαρακτηριστεί «το ομορφότερο αγόρι στον κόσμο».
Ο Björn Andrésen ήταν δεκαπέντε ετών το 1970, όταν ο θρύλος του ιταλικού κινηματογράφου Luchino Visconti έφτασε στη Σουηδία, αναζητώντας ένα αγόρι για να υποδυθεί το αντικείμενο του εμμονικού έρωτα ενός ετοιμοθάνατου συνθέτη, στην ταινία που πολλοί θεωρούν το αριστούργημά του, Θάνατος στη Βενετία. Βασισμένη στο μυθιστόρημα του Thomas Mann, η ταινία απαιτούσε έναν έφηβο ικανό να ενσαρκώσει την ποιητική περιγραφή του συγγραφέα: «...απαλός, με γλυκιά συστολή, με μπούκλες στο χρώμα του μελιού, μέτωπο και μύτη που κατεβαίνουν σε μία ίσια γραμμή, ένα ελκυστικό στόμα, την έκφραση μιας αγνής και θεϊκής γαλήνης».
Ο Visconti είχε ταξιδέψει στην Ουγγαρία, την Πολωνία, τη Φινλανδία και τη Ρωσία, περνώντας από ατελείωτες σειρές ξανθών νεαρών, μέχρι που μια μέρα, σε ένα ξενοδοχείο της Στοκχόλμης, μπήκε στο δωμάτιο ο Björn Andrésen. Η αντίδραση του σκηνοθέτη ήταν ακαριαία και έχει καταγραφεί σε Super 8 φιλμάκι, που ανακαλύφθηκε αργότερα από την Kristina Lindström και τον Kristian Petri για το ντοκιμαντέρ τους The Most Beautiful Boy in the World. «Όμορφος!» φωνάζει ο Visconti. «Ζητήστε του να γδυθεί!» Μέσα σε λίγα λεπτά, ο Andrésen στέκεται μπροστά του, εμφανώς άβολος, φορώντας μόνο τα εσώρουχά του, ενώ ένα δωμάτιο γεμάτο ενήλικες τον παρατηρεί.
Πενήντα χρόνια αργότερα, ζώντας σε ένα μικρό, μίζερο διαμέρισμα στη Στοκχόλμη, ο Andrésen θα εξακολουθούσε να παλεύει με τις συνέπειες εκείνης της στιγμής και της φήμης που ποτέ δεν αναζήτησε αλλά τον καταβρόχθισε.
Ήταν μια εξόφθαλμα άνιση συνάντηση. Ο πυλώνας του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, Κόμης Luchino Visconti di Modrone, κληρονόμος βιομηχάνων και αριστοκρατών του Μιλάνου, έμοιαζε γεννημένος για να διατάζει. Ο Andrésen, αντίθετα, ήταν ένας έφηβος που ζούσε σε μια αγροτική καλύβα με τη γιαγιά του, μετά την αυτοκτονία της μητέρας του στα δέκα του χρόνια. Τον πατέρα του δεν τον γνώρισε ποτέ. Ήταν τα όνειρα της γιαγιάς του για τη μεγάλη οθόνη που τον οδήγησαν στη μοιραία εκείνη οντισιόν.
Ο Visconti, με το γερακίσιο ένστικτό του, δεν είδε μόνο τα σχεδόν υπερφυσικά τέλεια χαρακτηριστικά του, αλλά και κάτι πιο άπιαστο: μια αύρα μελαγχολίας, μια εύθραυστη αμηχανία, την υπόνοια ενός εσωτερικού βάθους που ο φακός απλώς μεγέθυνε. «Ήταν διαφορετικός από τα άλλα αγόρια. Υπήρχε μια θλίψη γύρω του, μια ευαλωτότητα. Ο Visconti το διέκρινε. Ο Björn είχε μια πολύ ιδιαίτερη λάμψη και την έχει ακόμα», λέει ο Petri. «Τον διάλεξε γιατί όλα όσα είχε ζήσει ως παιδί φαίνονταν στα μάτια του», προσθέτει η Lindström.
Μερικούς μήνες μετά, ο Andrésen βρισκόταν στο Lido της Βενετίας, ντυμένος ναυτάκι, για να υποδυθεί τον Tadzio, το δεκατετράχρονο που είχε γίνει αντικείμενο της εμμονής του Dirk Bogarde στην ταινία Θάνατος στη Βενετία. Πρόκειται για μια ανελέητη μελέτη της παρακμάζουσας αριστοκρατίας που στοιχειώνει το Grand Hotel des Bains, ενώ η χολέρα σιγοτρέχει στα κανάλια της πόλης. Ο Visconti είχε δώσει εντολή στο συνεργείο του να μην αγγίξει κανείς την «πολύτιμη ανακάλυψή του». Ο Bogarde έγραψε αργότερα στα απομνημονεύματά του: «Δεν του επιτρεπόταν να βγει στον ήλιο, να παίξει μπάλα, να κολυμπήσει στη θάλασσα ή να κάνει οτιδήποτε θα του έδινε μια μικρή χαρά... Υπέμεινε τα πάντα με αξιοθαύμαστη υπομονή».
Όλα άλλαξαν όταν η ταινία ολοκληρώθηκε. Στην πρεμιέρα του Λονδίνου, ο Visconti τον αποκάλεσε «το ομορφότερο αγόρι στον κόσμο». Ήταν ένα έξυπνο διαφημιστικό τρικ για την ταινία, αλλά ένα αβάσταχτο βάρος για τον νεαρό πρωταγωνιστή. «Ήμουν τρομοκρατημένος», θυμόταν ο Andrésen. «Ένιωθα σαν να πετούσαν γύρω μου σμήνη από νυχτερίδες συνεχώς».
Ακολούθησε χωρίς να το θέλει, μια ποπ καριέρα στην Ιαπωνία, όπου θυμόταν να τον κυνηγούν κορίτσια με ψαλίδια για να του κόψουν τις μπούκλες και να τις κρατήσουν σουβενίρ, ενώ οι μάνατζερ του, του έδιναν χάπια «για θάρρος» πριν από αλλεπάλληλες δημόσιες εμφανίσεις.
Το Τόκιο τον αντιμετώπισε σχεδόν σαν ποπ- μεσσία. Ένα ον θεϊκό, ένας «άγγελος του Βορρά» που ενσάρκωνε ένα νέο, άπιαστο ιδανικό κάλλους. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο: ένας Δυτικός, ωραιότερος κι από κάθε αστέρα του Τόκιο, παρουσιαζόταν ως το νέο παγκόσμιο πρότυπο ομορφιάς. Οι δρόμοι πλημμύρισαν με το πρόσωπό του, οι βιτρίνες γέμισαν με αφίσες του, οι θαυμάστριες φώναζαν το όνομά του, θυμίζοντας εποχές Beatlemania. Αυτό δεν το αναφέρουμε καθ'υπερβολήν. Οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι ανέφεραν ότι η φρενίτιδα που προκάλεσε η άφιξη του Andrésen στη χώρα, μπορεί να συγκριθεί μόνο με την άφιξη των Beatles στην Αμερική.
Ο Andrésen ηχογράφησε τραγούδια, φωτογραφήθηκε για περιοδικά, πρωταγωνίστησε σε διαφημίσεις σοκολάτας Meiji και έγινε το απόλυτο πρόσωπο της ιαπωνικής αισθητικής bishōnen, του «όμορφου αγοριού» που ισορροπεί ανάμεσα στο θηλυκό και το αρσενικό.
Εκείνη η εξιδανικευμένη εικόνα του έγινε ο σπόρος μιας νέας αισθητικής που θα άλλαζε τη μορφή του ιαπωνικού πολιτισμού. Εκείνη την εποχή, τα shōjo manga (τα κόμικς που απευθύνονταν σε νεαρές γυναίκες), βρισκόταν σε ένα στάδιο αναδιαμόρφωσης. Οι δημιουργοί αναζητούσαν νέα πρότυπα ομορφιάς, ήρωες που να συνδυάζουν τη γοητεία, τη λεπτότητα και τη μελαγχολία. Το πρόσωπο του Björn, με τη σχεδόν αγγελική του συμμετρία, έγινε το πρότυπο πάνω στο οποίο χτίστηκαν δεκάδες χαρακτήρες.


