Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026  16:08:10

Η ιστορία των 200 στο σφαγείο Καισαριανής και το φιλμ του Παν. Βούλγαρη, πίσω από τις φωτογραφίες των μελλοθάνατων την Πρωτομαγιά του 1944. Κύριο

 

« Το τελευταίο σημείωμα».Η επιστολή του Ναπολέοντα Σουκατζίδη στον πατέρα του, του διερμηνέα που αρνήθηκε να μπει άλλος στην θέση του και ήταν μεταξύ των 200 εκτελεσθέντων στην Καισαριανή
Τα συγκλονιστικά φωτογραφικά ντοκουμέντα από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή από τους Γερμανούς κατακτητές, έχουν πυροδοτήσει τεράστιο ιστορικό ενδιαφέρον.

Στον βαθμό που τεκμηριωθεί η αυθεντικότητά τους, η απόκτησή τους από το ΥΠΠΟ συνιστά μια ιδιαίτερη συνεισφορά στην ιστορική έρευνα αλλά κυρίως στην διατήρηση της συλλογικής μνήμης για την θυσία των αγωνιστών που δεν δίστασαν, όπως πιστοποιείται και από τα πρόσωπα των φωτογραφιών, να σταθούν απέναντι στους δημίους τους αγέρωχοι και με υπερηφάνεια.

Τα 200 βροντερά «Παρών!»

Οι μαρτυρίες του Θέμου Κορνάρου στο βιβλίο του «Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου» για το ολονύχτιο γλέντι που στήθηκε το τελευταίο βράδυ πριν τις εκτελέσεις, ανατριχιάζουν για τα ανθρώπινα μεγέθη και το υπόδειγμα των κρατουμένων που μοίρασαν τα υπάρχοντά τους στους συγκρατουμένους τους.
Το ξημέρωμα, όταν αναγνώστηκε ο κατάλογος των προς εκτέλεση κρατουμένων, ακούστηκαν 200 βροντερά «Παρών!».

Μεταξύ αυτών και του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, του διερμηνέα που είχε βοηθήσει και στηρίξει όλους τους κρατουμένους. Παρέδωσε την σφυρίχτρα και τα χαρτιά του στον δεύτερο διερμηνέα Θανάση Μερεμέτη λέγοντάς του: «Θανάση, μην ξεχνάς ποτέ πως είσαι Έλληνας κρατούμενος και εξυπηρετείς Έλληνες στρατιώτες. Να είσαι πάντα καλός μαζί τους. Στο πρόσωπό σου τους αποχαιρετώ όλους».

Η ιστορία του Σουκατζίδη που έγινε ταινία

Η ιστορία του Σουκατζίδη έγινε ευρύτερα γνωστή από την ταινία του Παντελή Βούλγαρη με τίτλο «Το τελευταίο σημείωμα», που προβλήθηκε το 2017. Ήταν η κινηματογραφική μεταφορά του γεγονότος της εκτέλεσης των 200 κομμουνιστών με κεντρικό ήρωα τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη, στέλεχος του ΚΚΕ, συνδικαλιστή, μια ξεχωριστή, πολυσχιδή προσωπικότητα, με ενεργό δράση στο κομμουνιστικό κίνημα της χώρας από το 1927 μέσω των γραμμών της ΟΚΝΕ και με ιδιαίτερη έφεση στις ξένες γλώσσες –μιλούσε και έγραφε από νεαρή ηλικία σε έξι γλώσσες, εξ ου και η επιλογή του ως διερμηνέα από τους Γερμανούς.
Ο διοικητής Φίσερ του πρότεινε να τον εξαιρέσει από την λίστα. Εκείνος τον ρώτησε αν την θέση του θα την λάβει άλλος και όταν ο Γερμανός του απάντησε «ναι», αρνήθηκε να πεθάνει άλλος για αυτόν.

«Άραγε θα μας ξεχάσουν;» έγραφε μια αφίσα της ταινίας «Το Τελευταίο Σημείωμα». Η φράση, δανεισμένη από το πνεύμα των μελλοθανάτων της Καισαριανής, λειτουργούσε τότε ως δραματουργικός άξονας. Σήμερα, μετά τη δημοσιοποίηση για πρώτη φορά φωτογραφιών των 200 εκτελεσθέντων κομμουνιστών της Πρωτομαγιάς του 1944, επιστρέφει ως ιστορικό ερώτημα που απαντήθηκε από την ίδια την πραγματικότητα. Τελικά, δεν τους ξεχάσαμε. Η θύελλα συναισθημάτων που ξύπνησε μετά τις τελευταίες εξελίξεις, αποδεικνύει ότι η Ιστορία δεν αφήνει περιθώρια λήθης.

Οι φωτογραφίες, που είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας και παρουσιάζονται ως αυθεντικά ντοκουμέντα από την εκτέλεση των 200 αντιστασιακών στο σκοπευτήριο της Καισαριανής την 1η Μαΐου 1944, αποτελούν ένα σπάνιο οπτικό αρχείο. Οι εικόνες αυτές, οι οποίες βρέθηκαν σε παλιό άλμπουμ που αποδίδεται σε Γερμανό αξιωματικό και εμφανίστηκαν μέσω διαδικτυακής δημοπρασίας, αποτυπώνουν τους κρατουμένους λίγα λεπτά πριν από την εκτέλεση. Είναι μια πρώτη οπτική επαφή με τα πρόσωπα των ανθρώπων που το τελευταίο πράγμα που αντίκρισαν ήταν τα όπλα των κατακτητών να τους στοχεύουν.

Η επίθεση στους Μολάους και η εκτέλεση στο Σκοπευτήριο Καισαριανής

Η εκτέλεση αυτή δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός, αλλά αντίποινα των ναζιστικών δυνάμεων κατοχής στις αντιστασιακές ενέργειες. Στις 27 Απριλίου 1944, στην περιοχή των Μολάων Λακωνίας, διμοιρία του 8ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, έστησε ενέδρα κατά του υποστράτηγου Φραντς Κρεχ (Franz Krech), και της συνοδείας του. Η επίθεση κατέληξε στον θάνατο του Κρεχ και μελών της συνοδείας του, ενώ τραυματίστηκαν και άλλοι Γερμανοί στρατιώτες. Το γεγονός συνέβη σε μια περίοδο ιδιαίτερης έντασης, καθώς μόλις μία ημέρα νωρίτερα είχε πραγματοποιηθεί στην Κρήτη η απαγωγή του υποστράτηγου Χάινριχ Κράιπε από Βρετανούς και Έλληνες αντιστασιακούς, επιχείρηση που είχε ήδη προκαλέσει αναταραχή στη γερμανική διοίκηση.

Η δολοφονία του Κρεχ ενεργοποίησε άμεσα τον μηχανισμό των αντιποίνων. Στις 30 Απριλίου 1944, η Καθημερινή θα εκδόση την ανακοίνωση της εκτέλεσής τους: «[...] ως αντίποινα διατάχτηκε: Ο τυφεκισμός 200 Κομμουνιστών την 1.5.1944. Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς Σπάρτην έξωθεν των χωρίων. Υπό την εντύπωσιν κακουργήματος τούτου Έλληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς». Η ίδια ανακοίνωση τυπώθηκε και σε φυλλάδια, τα οποία διανεμήθηκαν στην Αθήνα και σε άλλες περιοχές, με σκοπό να καταστήσουν σαφές το μήνυμα της συλλογικής τιμωρίας.

Το τελευταίο βράδυ στο Χαϊδάρι, όπως το περιγράφει ο Θέμος Κορνάρος στο Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, δεν ήταν βουβό. Αντιθέτως, στήθηκε ένα ολονύχτιο γλέντι. Οι μελλοθάνατοι μοίρασαν τα λιγοστά υπάρχοντά τους στους συγκρατουμένους τους, αντάλλαξαν λόγια, τραγούδησαν. Ήταν μια έμπρακτη επιβεβαίωση αξιοπρέπειας. Και όταν τα χαράματα διαβάστηκε ο κατάλογος των 200, ακούστηκαν 200 βροντερά «Παρών!».

Το πρωί της Πρωτομαγιάς, οι 200 κρατούμενοι μεταφέρθηκαν από το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, όπου εκτελέστηκαν με οπλοπολυβόλα. Οι σοροί τους μεταφέρθηκαν στο Γ΄ Νεκροταφείο Αθηνών και ενταφιάστηκαν σε ατομικούς τάφους. Η 1η Μαΐου 1944 καταγράφηκε έτσι ως μία από τις πιο σκοτεινές ημέρες της Κατοχής. Όχι μόνο για τον αριθμό των νεκρών, αλλά για τη συμβολική της βαρύτητα: η εργατική Πρωτομαγιά ταυτίστηκε με μια μαζική εκτέλεση πολιτικών κρατουμένων, σφραγίζοντας με αίμα την έννοια των αντιποίνων και χαράσσοντας στη συλλογική μνήμη ένα από τα πλέον τραγικά επεισόδια της ελληνικής Αντίστασης.

Μεταξύ των εκτελεσθέντων βρίσκονταν ο Μικρασιάτης Ναπολέων Σουκατζίδης, που εκτελούσε και χρέη διερμηνέα, καθώς και ο Αντώνης Βαρθολομαίος, στέλεχος του ΚΚΕ με καθήκοντα στρατοπεδάρχη. Και στους δύο προτάθηκε από τον Γερμανό διοικητή του στρατοπέδου του Χαϊδαρίου, Καρλ Φίσερ (Karl Fischer), να εξαιρεθούν από την εκτέλεση, αντικαθιστώντας τους με άλλους κρατούμενους. Κι οι δυο τους αρνήθηκαν. Η ιστορία τους θα μεταφερόταν στη μεγάλη οθόνη, 73 χρόνια μετά τον θάνατό τους.

«Το Τελευταίο Σημείωμα»

Από το 2017, όταν η ταινία Το Τελευταίο Σημείωμα βγήκε στις κινηματογραφικές αίθουσες, ο Παντελής Βούλγαρης, σε σενάριο με την Ιωάννα Καρυστιάνη, προσέγγισε ακριβώς αυτό το φορτισμένο ιστορικό υλικό ως τραγικό ανθρώπινο δράμα. Βασισμένη στην ίδια εκτέλεση των 200, η ταινία περιστρέφεται γύρω από τη φυσιογνωμία του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, ο οποίος καταφέρνει να αναδείξει το ηθικό δίλημμα του ανθρώπου μπροστά στη βία και την ολοκληρωτική εξουσία. Μάλιστα, είχαμε κάνει ειδική μνοία στο «Τελευταίο Σημείωμα», στο αφιέρωμά μας για τις καλύτερες ελληνικές ταινίες για την Κατοχή.

Στο επίκεντρο της ταινίας τοποθετείται η ιστορία του Ναπολέοντα Σουκατζίδη (Ανδρέας Κωνσταντίνου), διερμηνέα του στρατοπέδου, με βαθιά γνώση ξένων γλωσσών και ενεργό δράση στο κομμουνιστικό κίνημα ήδη από τη δεκαετία του 1920. Ο Σουκατζίδης είχε σταθεί δίπλα στους συγκρατουμένούς του σε όλη τη διάρκεια της κράτησής τους. Λίγο πριν αναχωρήσει για την εκτέλεση, παρέδωσε τη σφυρίχτρα και τα χαρτιά του στον δεύτερο διερμηνέα Θανάση Μερεμέτη, λέγοντάς του: «Θανάση, μην ξεχνάς ποτέ πως είσαι Έλληνας κρατούμενος και εξυπηρετείς Έλληνες στρατιώτες. Να είσαι πάντα καλός μαζί τους. Στο πρόσωπό σου τους αποχαιρετώ όλους».

Ο διοικητής του στρατοπέδου, Καρλ Φίσερ, του πρότεινε να εξαιρεθεί από τη λίστα. Εκείνος ρώτησε αν στη θέση του θα έμπαινε άλλος. Όταν έλαβε καταφατική απάντηση, αρνήθηκε. Δεν δέχθηκε να σωθεί με αντάλλαγμα τη ζωή συντρόφου του.

Η διαδρομή προς το Σκοπευτήριο της Καισαριανής υπήρξε η τελευταία τους δημόσια πορεία. Τα καμιόνια πέρασαν από την οδό Αγωνιστών Στρατοπέδου και κατέβηκαν την Ιερά Οδό. Καθ' οδόν, πολλοί από τους μελλοθάνατους πέταξαν σημειώματα, γραμμένα πρόχειρα σε χαρτιά ή μαντήλια, με τα ονόματα και τις διευθύνσεις τους, ελπίζοντας ότι κάποιος θα τα παραδώσει στους δικούς τους. Ήταν τα ύστατα μηνύματα μιας γενιάς που ήξερε ότι δεν θα επιστρέψει.

Στο Αρχείο του ΚΚΕ σώζονται και οι επιστολές του Σουκατζίδη προς τον πατέρα του. Είχε συλληφθεί ήδη από το 1936. Σε επιστολή του 1943 από τις φυλακές Λάρισας, πριν μεταφερθεί στο Χαϊδάρι, έγραφε: «Πατερούλη λατρευτέ, όσο θα είμαι ανάμεσα στους ζωντανούς δε θα πάψω να σου γράφω για να σου εκδηλώνω την αγάπη μου, για να σου στέλνω τα φιλιά μου. Αλλά κι αν αργήσεις καμιά φορά να πάρεις γράμμα μου, μη στενοχωρηθείς. Να 'σαι πάντα αισιόδοξος. Αλλά κι αν μάθεις τίποτε κακό και πάλι να μη στενοχωρηθείς. Όσα χρόνια κι αν ζήσεις, να 'σαι περήφανος για το γιόκα σου, που σε τίμησε (...),».

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Πολυμέσα