Κλίμα εγκάρδιο, ατμόσφαιρα φιλίας και σεβασμού. Η έλευση στην Κρήτη του Ορχάν Παμούκ, του κορυφαίου Τούρκου συγγραφέα που έχει τιμηθεί με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας, εγκαινίασε το 5ο Φεστιβάλ Βιβλίου Χανιών με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Γιατί; Επειδή σηματοδότησε με επισημότητα την εδραίωση ενός σημαντικού πολιτιστικού θεσμού που φιλοδοξεί να ξεπεράσει τα ελληνικά δεδομένα και να γίνει σημείο αναφοράς, καλλιτεχνικό και πνευματικό, στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.
Σε μια σημαντική προφεστιβαλική εκδήλωση, στο Ενετικό Λιμάνι της πόλης, το Θέατρο «Μίκης Θεοδωράκης» ήταν, το βράδυ της Δευτέρας 18 Μαΐου, κατάμεστο για τον Παμούκ. Με το που εμφανίστηκε ο συγγραφέας, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του, ξέσπασε ένα σταθερό, θερμό, επιδοκιμαστικό χειροκρότημα. Ο ίδιος, με μικρές, σύντομες υποκλίσεις, φανερά ικανοποιημένος, χαιρέτησε το κοινό στην πλατεία και τον εξώστη. Τετρακόσια και πλέον άτομα (καθισμένα ακόμα και κάτω, στις σκάλες του θεάτρου) παρακολούθησαν τη συζήτηση με κεντρικό πρωταγωνιστή τον ίδιο. Η συντριπτική πλειοψηφία ήταν, ασφαλώς, γυναίκες. Πολλές κρατούσαν στα χέρια τους διαβασμένα βιβλία του Παμούκ (αν και, στο τέλος, ο ίδιος δεν υπέγραψε αντίτυπα).
«Νύχτες πανούκλας»: Μια επιδημία κοντά στην Κρήτη
«Είμαι ενθουσιασμένος που βρίσκομαι στα Χανιά. Δεν είναι η πρώτη φορά που έρχομαι εδώ. Σας ευχαριστώ που με καλέσατε, ευχαριστώ για την ευγένειά σας. Ελπίζω να μην σας απογοητεύσω» είπε ο Παμούκ στην αρχή, έχοντας ανέβει στη σκηνή, όπου έπειτα συνομίλησε με τον δημοσιογράφο Παύλο Τσίμα και τη μεταφράστρια των βιβλίων του στα ελληνικά Στέλλα Βρετού. Το τελευταίο του μυθιστόρημα «Νύχτες πανούκλας» (εκδόσεις Πατάκη), εκτυλίσσεται το 1901 και τοποθετείται στο επινοημένο νησί Μίνγκερ, κάπου μεταξύ Κρήτης και Κύπρου. «Είναι εν μέρει εμπνευσμένο από την Κρήτη» τόνισε ο Παμούκ για τη σκηνογραφία αυτής της «επικής» αφήγησης των 900 και πλέον σελίδων.
Στις «Νύχτες πανούκλας» (ο Παμούκ άρχισε να ερευνά και να γράφει αυτό το βιβλίο πολύ προτού ενσκήψει η πρόσφατη πανδημία με τα εκτεταμένα περιοριστικά μέτρα) παρακολουθούμε την εξάπλωση μιας επιδημίας και την επιβολή καραντίνας που κλονίζουν την καθημερινότητα και τη συνύπαρξη των κοινοτήτων του νησιού, χριστιανών και μουσουλμάνων. Η τοπική διοίκηση (επικεφαλής της οποίας είναι, προφανώς, ο σουλτάνος) δεν μπορεί να ελέγξει την έκρυθμη κατάσταση που υποδαυλίζεται από τις προκαταλήψεις της κάθε πλευράς. «Θέλησα να δραματοποιήσω τον ανθρώπινο φόβο του θανάτου μέσα σε μια συνθήκη απομόνωσης και έντασης» τόνισε ο Παμούκ , εξηγώντας παράλληλα το ιστορικό πλαίσιο: τη σταδιακή αποσύνθεση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και την προοδευτική ανάδυση των εθνών-κρατών.
Τα όρια και το εύρος της σύγκρουσης
Η συζήτηση ήταν μεγάλη και κάλυψε τόσο τη λογοτεχνία του Παμούκ όσο και την πολιτική (αναπόφευκτο αυτό, κάτι που ο νομπελίστας συγγραφέας αποδέχεται εσχάτως πιο εύκολα). Το έργο του Παμούκ, ακτινογραφία των σχέσεων Δύσης και Ανατολής, με διαφορετικές αφορμές και μέσα από ποικίλες οπτικές γωνίες, είναι άραγε ακραιφνώς συγκρουσιακό; Το κεντρικό θέμα του φετινού φεστιβάλ, άλλωστε, είναι «Κόσμοι σε σύγκρουση» (πραγματοποιείται στα Χανιά από τις 22 έως τις 28 Ιουνίου). Ο Παμούκ υπογράμμισε ότι βλέπει τη σύγκρουση ως «τη φυσική τάξη των πραγμάτων, η σύγκρουση υπάρχει παντού και είναι πολύμορφη», και ότι «η δουλειά του μυθιστοριογράφου είναι να βλέπει τη σύγκρουση ακόμα και μέσα στο μυαλό και στον εσωτερικό κόσμο ενός και μόνο ατόμου».
Σύγκρουση, πρόσθεσε, δεν είναι αναγκαστικά οι πόλεμοι ή ο διχασμός, η αμφιταλάντευση μιας χώρας, όπως η Τουρκία, ανάμεσα στον εκδυτικισμό και τη συντηρητική παράδοση. «Δουλειά μου, ως συγγραφέα, είναι να διερευνώ τη σύγκρουση κυρίως εκεί όπου υποτίθεται πως δεν υφίσταται, αυτή είναι η δική μου μέθοδος να αναλύω τα πράγματα».
Ο Παμούκ, κατά τα λοιπά, ήταν ξεκάθαρος. «Είμαι λογοτέχνης. Δεν είμαι ακτιβιστής. Λυπάμαι που το λέω αλλά δεν έχω το πνεύμα του ακτιβιστή. Κι ούτε είμαι όσο θαρραλέος νομίζετε. Σέβομαι τους πολλούς ανθρώπους, ιδίως τις δύο τελευταίες δεκαετίες, που λένε την αλήθεια και φυλακίζονται για αυτό στην Τουρκία. Οι πιο γενναίοι άνθρωποι στην Τουρκία σήμερα είναι οι δημοσιογράφοι. Όμως, όταν μου το ζητούν, όταν έρχεται η ώρα, κάνω κι εγώ τα πολιτικά και κοινωνικά μου σχόλια. Δεν μπορώ να κρατήσω το στόμα μου κλειστό. Με ρωτούν και νιώθω την ηθική υποχρέωση να απαντήσω, αναλαμβάνοντας την ευθύνη έναντι του εαυτού μου και έναντι των αναγνωστών μου» ανέφερε ο ίδιος, που έχει γίνει στόχος κατά καιρούς για «προσβολή της τουρκικότητας».
Σε όλους τους τόνους, πάντως, ο Παμούκ κατέστησε σαφές ότι στην Τουρκία (ειδικά μετά τη φυλάκιση του εκλεγμένου δημάρχου της Κωνσταντινούπολης, του Εκρέμ Ιμάμογλου) τα πράγματα έχουν χειροτερέψει, «έχει καταστραφεί ακόμα και η εκλογική δημοκρατία, εκείνη να μπορείς τουλάχιστον να ψηφίζεις και να διώχνεις την κυβέρνηση που δεν θέλεις». Στην Τουρκία, «η δημοκρατία δεν είναι πλήρης επειδή δεν υπάρχει η ελευθερία της έκφρασης και η αίσθηση της ανοιχτής κοινωνίας».
Τα τρία καλύτερα βιβλία του
Ο Παμούκ, ένας επαγγελματίας με όλη τη σημασία της λέξης, πρότεινε στους αναγνώστες και τρία βιβλία του που θεωρεί τα καλύτερα: «Το μαύρο βιβλίο», «Με λένε Κόκκινο», «Κάτι παράξενο στο νου μου». Ωστόσο, εστιάζοντας στη λογοτεχνία του, ανέτρεξε και στην πορεία του: από έναν ρεαλισμό (με τις κλασικές προδιαγραφές του 19ου αιώνα) μέχρι τα κατοπινά πειραματικά εγχειρήματα (γραμμένα στις συντεταγμένες της μεταμοντέρνας ευαισθησίας). «Όταν βάζεις δύο διαφορετικά πράγματα για πρώτη φορά δίπλα δίπλα και βλέπεις τον ηλεκτρισμό μεταξύ τους, τότε δημιουργείς κάτι καινούργιο» συμπλήρωσε σχετικά με την έννοια της δημιουργικότητας, υπονοώντας την πανθομολογούμενη ανανέωση που επέφερε ο ίδιος στη σύγχρονη τουρκική πεζογραφία.Από το χαρτί στο Netflix
Εξυπακούεται, βέβαια, ότι μίλησε και για τη μεταφορά του μυθιστορήματός του «Το μουσείο της αθωότητας» στη μικρή οθόνη (έγινε τηλεοπτική σειρά στο Netflix, μια τουρκική παραγωγή που την είδαν περίπου δώδεκα εκατομμύρια άνθρωποι). Δήλωσε πανευτυχής με το αποτέλεσμα και περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια τον απόλυτο έλεγχο που άσκησε πάνω στο σενάριο. Η σειρά, σε γενικές γραμμές, είχε και έχει θετική αποδοχή στην Ελλάδα.
Το πρωί της Δευτέρας 18 Μαΐου, ο νομπελίστας συγγραφέας είχε επισκεφτεί το Δημαρχείο Χανίων, όπου πραγματοποιήθηκε και μια συνέντευξη τύπου (ήταν ωραίο να βλέπεις τον Παμούκ, χαλαρό, να φωτογραφίζει κι αυτός με το κινητό του, με εκείνη την έντονα κίτρινη θήκη, τους άλλους, διάφορες λεπτομέρειες). Μαζί με τον δήμαρχο Χανίων, Παναγιώτη Σημανδηράκη, πέρασαν και στους χώρους της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Χανίων. Ο Παμούκ μπήκε στην αίθουσα όπου βρίσκεται η βιβλιοθήκη του Ελευθερίου Βενιζέλου, μια πολύγλωσση βιβλιοθήκη, και περιεργάστηκε με περιέργεια και ειλικρινές ενδιαφέρον τους τόμους, πολλοί από αυτούς σπάνιοι. Κουβέντιασε με τις εργαζόμενες, έκανε ακόμα και ερωτήσεις αρχειακού περιεχομένου.
Ο Ορχάν Παμούκ ένιωσε στα Χανιά σαν στο σπίτι του, αυτό απέπνεαν οι κινήσεις του, η όλη διάθεσή του, βρέθηκε σε μια πόλη οικεία (και εξαιτίας του οθωμανικού παρελθόντος της, της θάλασσας, του φαγητού, της μεσογειακής αύρας της, των ανθρώπων της). Το πλάνο είναι να παραμείνει στην Κρήτη για λίγες μέρες ακόμα ο συγγραφέας και να εργαστεί. Έχει τρία μυθιστορήματα εν εξελίξει, μισοτελειωμένα, όμως ξέρει ο 73χρονος πλέον Παμούκ τι πρέπει να κάνει, αυτό κάνει εδώ και περισσότερο από μισό αιώνα. Η αφήγηση, η λογοτεχνία είναι η ζωή του και, κάπως έτσι, συναντιέται και με τις δικές μας.
Η σχέση του Ορχάν Παμούκ με την Κρήτη δεν είναι συγκυριακή, αλλά βαθιά οργανική και συνδέεται με τη λογοτεχνική του εργασία.
Όπως αποκάλυψε ο ίδιος, η πρώτη του επίσκεψη στο νησί πραγματοποιήθηκε το 2018, με αποκλειστικό σκοπό την αναζήτηση έμπνευσης και τη συλλογή πραγματολογικών στοιχείων για τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος. Το αποτέλεσμα αυτής της έρευνας αποτυπώθηκε στο έργο του «Νύχτες Πανώλης» (Nights of Plague), το οποίο εκτυλίσσεται σε ένα φανταστικό ελληνο-οθωμανικό νησί της ύστερης αυτοκρατορικής περιόδου, τη «Μινγκρέλια», η οποία όμως έχει δανειστεί πληθώρα ιστορικών και αρχιτεκτονικών λεπτομερειών από την πραγματική γεωγραφία των Χανίων.
Με μια διάθεση ειλικρινούς αυτοκριτικής, ο Παμούκ προχώρησε σε μια ιδιότυπη προειδοποίηση προς το αναγνωστικό κοινό, αναγνωρίζοντας τις δομικές και υφολογικές δυσκολίες του συγκεκριμένου βιβλίου.
Σημείωσε ότι οι «Νύχτες Πανώλης» δεν αποτελούν το πλέον ευανάγνωστο ή προσβάσιμο έργο του, προτρέποντας όσους επιθυμούν να μυηθούν για πρώτη φορά στον λογοτεχνικό του κόσμο να ξεκινήσουν από το εμβληματικό «Με λένε Κόκκινο».
Η αναφορά του, ωστόσο, σε λεπτομέρειες όπως ο «Αραβικός Φάρος» —ένα αρχιτεκτονικό παράδοξο που, όπως αστειεύτηκε, δεν υφίσταται πουθενά αλλού στον κόσμο εκτός από το δικό του βιβλίο και το λιμάνι των Χανίων— κατέδειξε τον τρόπο με τον οποίο η πραγματικότητα της Κρήτης μεταστοιχειώνεται σε υψηλή λογοτεχνική ύλη.
Η γεωγραφία της ελιάς και το μεσογειακό ταμπεραμέντο
Απαντώντας σε ερωτήματα σχετικά με την ταυτότητά του, ο Ορχάν Παμούκ δήλωσε απερίφραστα ότι θεωρεί τον εαυτό του πρωτίστως Μεσογειακό. Για να στηρίξει αυτή τη θέση, προσέφυγε στον κλασικό ορισμό του μεγάλου Γάλλου ιστορικού Φερνάν Μπρωντέλ, ο οποίος προσέδιδε στη Μεσόγειο μια καθαρά γεωγραφική και οικολογική διάσταση, ορίζοντάς την ως την περιοχή όπου ευδοκιμούν η ελιά και η συκιά. Ο Παμούκ επεκτάθηκε σε αυτό το σχήμα, παρατηρώντας ότι αυτά τα δέντρα συναντώνται ακόμη και στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, γεγονός που διευρύνει τα όρια αυτής της κοινής πολιτισμικής πατρίδας.
Πέρα από τη γεωγραφία, η μεσογειακή ταυτότητα συνιστά για τον συγγραφέα ένα συγκεκριμένο ταμπεραμέντο, μια στάση ζωής και μια βιολογική ανάγκη που συνδέεται με την οικογενειακή του ιστορία.
Αναφερόμενος στην καταγωγή των παππούδων του από την πλευρά της μητέρας και του πατέρα του, οι οποίοι μετακινήθηκαν στο πλαίσιο της ανταλλαγής πληθυσμών, ο Παμούκ περιέγραψε τη μεσογειακή ιδιοσυγκρασία μέσα από μια καθημερινή, σχεδόν τελετουργική συνήθεια: τη μεσημβρινή «σιέστα».
«Για μένα, το να είσαι Μεσογειακός σημαίνει κυρίως να παίρνεις μια σιέστα μετά το μεσημεριανό γεύμα. Ο πατέρας μου ήταν έτσι, κι εγώ είμαι έτσι. Μπορώ να κοιμηθώ μέσα σε πέντε λεπτά... Λένε ότι δεν μπορούν να το κάνουν όλοι αυτό, αλλά οι Μεσογειακοί μπορούν», σημείωσε, προσδίδοντας έναν τόνο οικειότητας στην ανάλυσή του.
Παράλληλοι βίοι: Η χρονολογική συμμετρία της πολιτικής καταπίεσης
Η πολιτική ανάλυση του Παμούκ απέκτησε ιδιαίτερο βάθος όταν εστίασε στις σχέσεις και τις ιστορικές αναλογίες μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Με μια δόση ειρωνείας και ειλικρίνειας, ο συγγραφέας εξέφρασε μια ιδιότυπη «ζηλοτυπία» για το γεγονός ότι η Ελλάδα κατάφερε να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε αντίθεση με την Τουρκία που παραμένει αποκλεισμένη. Ωστόσο, εκείνο που θεωρεί ότι συνδέει βαθύτερα τους δύο λαούς είναι η κοινή εμπειρία αυταρχικών και καταπιεστικών περιόδων.
Αναπτύσσοντας τη θεωρία της «Χρονολογικής Σειράς» (Definite Chronological Order), ο Τούρκος νομπελίστας υποστήριξε ότι οι πολιτικές εξελίξεις στις δύο χώρες ακολουθούν μια παράλληλη, αν και όχι ταυτόχρονη, τροχιά. Ό,τι συμβαίνει στη μία πλευρά του Αιγαίου, τείνει να επαναληφθεί στην άλλη με μια συγκεκριμένη χρονική υστέρηση.
Η διαπίστωση αυτή, μακριά από το να αποτελεί μια απλή ιστορική παρατήρηση, λειτουργεί ως ένα εργαλείο πρόγνωσης για τον συγγραφέα, ο οποίος παρακολουθεί στενά τις λεπτομέρειες της ελληνικής ιστορίας προκειμένου να κατανοήσει το παρόν και το μέλλον της δικής του χώρας, η οποία, όπως τόνισε, βιώνει αυτή τη στιγμή μια εξαιρετικά καταπιεστική και σκοτεινή περίοδο.
Η μεταμόρφωση της σύγκρουσης: Από το δίπολο Ανατολής-Δύσης στην ψηφιακή ελευθερία
Η πνευματική διαδρομή του Ορχάν Παμούκ, η οποία εκτείνεται σε περισσότερα από πενήντα χρόνια συγγραφικής δραστηριότητας, αντικατοπτρίζει τις ριζικές μεταβολές που υπέστη η έννοια της ιδεολογικής και πολιτισμικής σύγκρουσης σε παγκόσμιο επίπεδο.
Ανατρέχοντας στα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν ξεκίνησε να διαμορφώνει τη συγγραφική του ταυτότητα, ο Παμούκ σημειώνει ότι το κυρίαρχο σχήμα στη σκέψη του ήταν η αντιπαράθεση μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Η Τουρκία, ως μια κατ' εξοχήν μουσουλμανική χώρα, βρισκόταν υπό την πίεση ενός εκδυτικισμού που επιβλήθηκε ιστορικά από την κορυφή της κρατικής εξουσίας —είτε μέσω των μεταρρυθμίσεων του Μαχμούτ Β΄ κατά την οθωμανική περίοδο είτε μέσω του ριζοσπαστικού εκσυγχρονισμού του Κεμάλ Ατατούρκ.
Ωστόσο, η έλευση της παγκοσμιοποίησης, η οικονομική ενοποίηση, η εξάπλωση του διαδικτύου και η κυριαρχία των ψηφιακών επικοινωνιών ανέτρεψαν αυτά τα παραδοσιακά σύνορα.
Ο Παμούκ υποστηρίζει ότι η σύγχρονη πραγματικότητα έχει αποδυναμώσει την ισχύ των εθνικών κρατών, τα οποία στο παρελθόν λειτουργούσαν ως «φυλακές» για τη σκέψη και την πληροφόρηση.
Σήμερα, η δυνατότητα ενός πολίτη να συνδέεται άμεσα με την Κολομβία ή τη Νότια Κορέα και να ενημερώνεται από διεθνή μέσα ενημέρωσης δημιουργεί μια νέα συνθήκη ελευθερίας, η οποία μετατοπίζει το κέντρο βάρους της προσωπικής ταυτότητας.
«Πριν από 55 χρόνια ήμουν, κατά κάποιον τρόπο, ένας αιχμάλωτος —και ήμασταν όλοι αιχμάλωτοι— των εθνικών κρατών. Τώρα είμαστε λιγότερο αιχμάλωτοι... Λόγω αυτών των αλλαγών, η αίσθηση που έχω για τον κόσμο ή η ιδέα για τη θέση μου μέσα σε αυτόν έχει αλλάξει. Δεν βλέπω πλέον τον εαυτό μου ως θύμα της σύγκρουσης μεταξύ Ανατολής και Δύσης», διευκρινίζει ο συγγραφέας, απορρίπτοντας τα παρωχημένα πολιτισμικά στερεότυπα.
Η γεωπολιτική της «παράνοιας» και το μοίρασμα των μικρών κρατών
Η νηφάλια προσέγγιση του Παμούκ στα πολιτισμικά ζητήματα δίνει τη θέση της σε μια εξαιρετικά ανησυχητική, σχεδόν σκοτεινή ανάλυση όταν η συζήτηση στρέφεται στη σύγχρονη realpolitik και τη συμπεριφορά των μεγάλων δυνάμεων.
Ο Τούρκος συγγραφέας περιγράφει ένα διεθνές σκηνικό όπου οι παραδοσιακές ιδεολογικές διαφορές παραμερίζονται χάριν μιας κυνικής σύγκλισης συμφερόντων ανάμεσα στη Ρωσία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Κατά την εκτίμησή του, οι υπερδυνάμεις αυτές φαίνεται να έχουν καταλήξει σε μια σιωπηρή συμφωνία που επιτρέπει την αμοιβαία ανοχή απέναντι στην απορρόφηση και την καθυπόταξη των μικρότερων κρατών και γεωγραφικών οντοτήτων.
Αυτό το σχήμα των «γεωπολιτικών ανταλλαγμάτων» περιγράφεται από τον Παμούκ ως μια συνθήκη όπου η κάθε δύναμη νομιμοποιείται να δρα ανεξέλεγκτα στη δική της σφαίρα επιρροής, με αντάλλαγμα την απάθεια των υπολοίπων.
Η Κίνα με την Ταϊβάν, η Ρωσία με την Ουκρανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες με τη στάση τους στη Γάζα και το Ιράν, αποτελούν, σύμφωνα με τον συγγραφέα, κομμάτια της ίδιας παγκόσμιας σκακιστικής διάταξης.
Ο Παμούκ δεν διστάζει να χαρακτηρίσει αυτή την οπτική ως προϊόν ενός «παρανοϊκού μυαλού», υποστηρίζοντας όμως ότι η λογοτεχνική καχυποψία αποτελεί συχνά το μοναδικό έγκυρο εργαλείο για την αποκωδικοποίηση των αθέατων συμφωνιών της παγκόσμιας διπλωματίας.
«Αυτόν τον κόσμο βλέπω με το παρανοϊκό μου μυαλό — μην ξεχνάτε ότι είμαι ένας συγγραφέας με παρανοϊκή σκέψη», δηλώνει χαρακτηριστικά.
Η ελευθερία του λόγου και η δυτική απάθεια στην περιφέρεια
Εξετάζοντας την κατάσταση της ελευθερίας της έκφρασης σε παγκόσμια κλίμακα, ο Ορχάν Παμούκ επιχειρεί να κρατήσει μια ισορροπημένη στάση, αποφεύγοντας τον απόλυτο πεσιμισμό που συχνά χαρακτηρίζει τους φιλελεύθερους και αριστερούς διανοούμενους. Η εκλογή Macron στη Γαλλία και οι πολιτικές μεταβολές στην Ουγγαρία αναφέρονται ως ενδείξεις ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί διατηρούν ακόμη αντανακλαστικά αντίστασης.
Ο συγγραφέας εκφράζει την πεποίθηση ότι τα αυταρχικά φαινόμενα, όπως ο Τραμπισμός στις Ηνωμένες Πολιτείες, έχουν ημερομηνία λήξης και θα δώσουν τη θέση τους σε πιο φιλελεύθερες προσεγγίσεις.
Ωστόσο, η αισιοδοξία αυτή σκιάζεται από μια δριμεία κριτική προς τη στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δύσης γενικότερα, όταν πρόκειται για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκτός των στενών γεωγραφικών τους συνόρων.
Ο Παμούκ κατηγορεί τους ευρωπαϊκούς θεσμούς για μια σοβαρή υπαναχώρηση από τις ιδρυτικές τους αξίες, καθώς φαίνεται να επιδεικνύουν πλήρη απάθεια για την καταπάτηση της ελευθερίας του λόγου στις περιφερειακές χώρες. Η μετατόπιση της ευρωπαϊκής πολιτικής προτεραιότητας από την προστασία των δημοκρατικών πολιτών στη διαχείριση και το «φιλτράρισμα» των μεταναστευτικών ροών αποτελεί, κατά τον ίδιο, μια σοβαρή ηθική και πολιτική διολίσθηση.
«Από τη στιγμή που ο Τραμπ βρίσκεται στην εξουσία, οι Τούρκοι ή οι διεθνείς δημοκράτες δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι η Δύση, οι Ηνωμένες Πολιτείες ή ακόμα και η Ευρώπη υπερασπίζονται την ελευθερία του λόγου όπως παλαιότερα. Έχουν ξεχάσει την ελευθερία του λόγου, και σε αυτό είμαι ιδιαίτερα κριτικός απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν ενδιαφέρονται για την ελευθερία του λόγου στις περιφερειακές χώρες• το μόνο που τους νοιάζει είναι το φιλτράρισμα των μεταναστών», επισημαίνει με έμφαση.
Το χιούμορ ως πολιτικό όπλο: Από τον Αζίζ Νεσίν στην ψηφιακή λογοκρισία
Η συζήτηση για την αντίσταση απέναντι στον αυταρχισμό φέρνει στο προσκήνιο τη μεγάλη παράδοση της τουρκικής σατιρικής λογοτεχνίας. Ο Παμούκ εξέφρασε την ιδιαίτερη τιμή που αισθάνεται για την προσωπική φιλία που τον συνέδεε με τον εμβληματικό συγγραφέα Αζίζ Νεσίν, καθώς και τον βαθύ σεβασμό του για τον Γιασάρ Κεμάλ.
Η κριτική που άσκησαν αυτοί οι δημιουργοί δεν στρεφόταν μόνο κατά των εκάστοτε κυβερνήσεων, αλλά κυρίως κατά της δυσκίνητης και καταπιεστικής κρατικής γραφειοκρατίας, η οποία λειτουργούσε ως μηχανισμός ελέγχου της κοινωνίας.
Το χιούμορ, όπως υπενθυμίζει ο Παμούκ, υπήρξε ιστορικά ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά όπλα των καταπιεσμένων, με κλασικό παράδειγμα τον τρόπο χρήσης του στη Σοβιετική Ρωσία. Η θεωρία του Αζίζ Νεσίν, ότι η σάτιρα αναπτύσσεται και ακονίζεται σε περιβάλλοντα έντονης πολιτικής καταπίεσης, παραμένει έγκυρη, ωστόσο το τοπίο έχει μεταβληθεί ριζικά στην ψηφιακή εποχή.
Η έλευση του διαδικτύου και των μεγάλων πλατφορμών ψυχαγωγίας, όπως το Netflix, δημιούργησε αρχικά μια αίσθηση απελευθέρωσης, η οποία όμως γρήγορα βρέθηκε αντιμέτωπη με εξελιγμένους μηχανισμούς κρατικής λογοκρισίας και ελέγχου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Ιράν. Το διαδίκτυο παραμένει πηγή χειραφέτησης, υπό την προϋπόθεση ότι η ροή της πληροφορίας δεν ελέγχεται από το κράτος.
Η φυλάκιση Ιμάμογλου και το τέλος της «εκλογικής δημοκρατίας»
Ο Ορχάν Παμούκ υιοθέτησε μια εξαιρετικά αυστηρή θεσμική στάση, χαρακτηρίζοντας τη φυλάκιση του Δημάρχου Κωνσταντινούπολης, Εκρέμ Ιμάμογλου, τον Μάρτιο του 2025, ως το απόλυτο σημείο καμπής (turning point) της σύγχρονης τουρκικής πολιτικής ιστορίας.
Σύμφωνα με την ανάλυση του συγγραφέα, η κίνηση αυτή της κυβέρνησης Ερντογάν, η οποία υποκινήθηκε από τον φόβο απώλειας των επερχόμενων εκλογών, κατέστρεψε τον τελευταίο πυλώνα της λεγόμενης «εκλογικής δημοκρατίας» (Electoral Democracy).
Μέχρι τον Μάρτιο του 2025, παρά την απουσία πλήρους δημοκρατίας λόγω της συστηματικής καταστολής της ελευθερίας του λόγου, υπήρχε η πεποίθηση ότι η λαϊκή ετυμηγορία διατηρούσε την ισχύ της και μπορούσε να οδηγήσει σε αλλαγή εξουσίας.
Με τη φυλάκιση του ισχυρότερου υποψηφίου της αντιπολίτευσης, το καθεστώς πέρασε σε μια νέα φάση, όπου οι θεσμοί έχουν πλήρως απαξιωθεί και η πολιτική συμμετοχή των πολιτών υπονομεύεται από το αίσθημα της ματαιότητας.
«Στην Τουρκία, ειδικά σε μέρη όπου ο δήμαρχος δεν ανήκει στο κόμμα του Ερντογάν, μπορεί να ξυπνήσεις μια μέρα με την αστυνομία στην πόρτα σου... Το δραματικό σημείο καμπής ήταν η σύλληψη του δημάρχου Κωνσταντινούπολης, Εκρέμ Ιμάμογλου, τον Μάρτιο του 2025. Μέχρι τότε, μπορούσα να πω ότι υπήρχε μια εκλογική δημοκρατία... Δεν είμαι σίγουρος ότι αυτό ισχύει πλέον, επειδή ο Ιμάμογλου ήταν ο ισχυρότερος υποψήφιος απέναντι στο κόμμα του Ερντογάν και τώρα τον έβαλαν στη φυλακή», τονίζει ο Παμούκ, αποτυπώνοντας το μέγεθος της θεσμικής εκτροπής.
Η αντοχή της λογοτεχνίας στην εποχή των οθονών: Το μολύβι και το χαρτί
Η κυριαρχία των οπτικών μέσων αφήγησης και η άνοδος των ψηφιακών πλατφορμών αποτέλεσαν κεντρικό άξονα προβληματισμού στη συζήτηση των Χανίων. Ο Παμούκ ανακάλεσε τις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν η εμφάνιση της τηλεόρασης στην Τουρκία —με ένα μόνο κρατικό κανάλι τότε— είχε πυροδοτήσει μια έντονη δημόσια συζήτηση για το αν η επέλαση της οθόνης θα σήμαινε το τέλος του βιβλίου. Η ιστορική εξέλιξη διέψευσε εκείνες τις Κασσάνδρες, καθώς το αναγνωστικό κοινό συνέχισε να στηρίζει τη λογοτεχνική παραγωγή.
Εξετάζοντας το παρόν, ο συγγραφέας μετέφερε τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις των φίλων του που διευθύνουν τον μεγαλύτερο εκδοτικό κολοσσό του κόσμου, τον Penguin Random House, οι οποίοι τονίζουν ότι η εκδοτική βιομηχανία δεν πεθαίνει.
Παρά τη σχετική υποχώρηση της κοινωνικής επιδραστικότητας των συγγραφέων σε σύγκριση με το παρελθόν —όπως συνέβη ιστορικά και με την ποίηση, η οποία πριν από χιλιάδες χρόνια είχε πολύ μεγαλύτερη ισχύ— η λογοτεχνία διατηρεί μια αναντικατάστατη οντολογική δύναμη.
«Το Μουσείο της Αθωότητας» στο Netflix: Μια «φασιστική» διαχείριση της διασκευής
Η συζήτηση για τη σχέση λογοτεχνίας και εικόνας απέκτησε πρακτικό ενδιαφέρον όταν ο Παμούκ αναφέρθηκε στην πρόσφατη τηλεοπτική μεταφορά του μυθιστορήματός του «Το Μουσείο της Αθωότητας» (The Museum of Innocence) από την πλατφόρμα του Netflix.
Ο νομπελίστας συγγραφέας δήλωσε εξαιρετικά ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα, μια στάση σπάνια για δημιουργό του δικού του βεληνεκούς. Εξήγησε, ωστόσο, ότι η επιτυχία αυτή δεν ήταν τυχαία, αλλά προϊόν μιας ακραίας, σχεδόν ολοκληρωτικής επιβολής των όρων του πάνω στην παραγωγή.
Ο Παμούκ επέβαλε ένα συμβόλαιο που μετέτρεπε το τελικό σενάριο των εννέα επεισοδίων σε δεσμευτικό προσάρτημα, υπογράφοντας ιδιοχείρως κάθε μία από τις 360 σελίδες του. Τα αριθμητικά δεδομένα που κατέθεσε αναδεικνύουν τη δύναμη της σύγχρονης ψηφιακής επικοινωνίας: η σειρά προσεγγίζει περίπου 12 εκατομμύρια τηλεθεατές στην Τουρκία και βρίσκεται στο «Top 10» πολλών χωρών, την ώρα που ο ίδιος, στα 55 χρόνια της καριέρας του, έχει αγγίξει συνολικά 4,5 εκατομμύρια αναγνώστες στην πατρίδα του και περίπου 19 εκατομμύρια παγκοσμίως.
Η μεταφορά στην οθόνη δεν αποτελεί χυδαιοποίηση ή απλούστευση, αλλά έναν τρόπο πρόσβασης σε ένα κοινό που δεν θα διάβαζε ποτέ το βιβλίο ούτε θα επισκεπτόταν το πραγματικό μουσείο στην Κωνσταντινούπολη, υπό την προϋπόθεση ότι ο συγγραφέας διατηρεί τον απόλυτο έλεγχο του κειμένου.
«Είμαι μια σπάνια περίπτωση συγγραφέα που είναι χαρούμενος με τη διασκευή. Γιατί; Επειδή την έλεγξα σαν φασίστας. Υπέγραψα κάθε μία από τις 360 σελίδες του σεναρίου, λέγοντάς τους ότι πρέπει να το ακολουθήσουν πιστά... Εδώ βλέπετε τη δύναμη αυτού του είδους επικοινωνίας, του Netflix, του διαδικτύου.
Είναι κάτι νέο. Αν δεν το θέλεις, το καταλαβαίνω. Αν το θέλεις και είσαι επιτυχημένος, το απολαμβάνεις. Το χειρότερο είναι να κάνουν μια κακή διασκευή και να προδώσουν το κείμενό σου», εξήγησε με ρεαλισμό.
Η πολιτική ουδετερότητα του πάθους
Η ανάλυση του Ορχάν Παμούκ στο Δημαρχείο Χανίων κατέληξε σε μια βαθιά διαπίστωση για τη φύση της λογοτεχνικής δημιουργίας σε περιβάλλοντα πολιτικής καταπίεσης. Απαντώντας στο πώς κατάφερε να διασφαλίσει την καλλιτεχνική του ελευθερία απέναντι στους μηχανισμούς ελέγχου των μεγάλων εταιρειών και των κρατικών δομών, ο συγγραφέας αποκάλυψε ότι η επιτυχία της διασκευής του «Μουσείου της Αθωότητας» οφείλεται στην απουσία άμεσης πολιτικής θεματολογίας. Πρόκειται για μια ιστορία έρωτα και εμμονής, επικεντρωμένη στον χαρακτήρα του Κεμάλ, γεγονός που επέτρεψε στο έργο να κινηθεί κάτω από τα ραντάρ της λογοκρισίας.
Η σύγκριση που έκανε με την απόπειρα παραγωγής σειράς για την ιστορία της Παλαιστίνης και της Γάζας —όπου οι πολιτικές παρεμβάσεις και ο φόβος των αλλαγών στο περιεχόμενο οδήγησαν σε αδιέξοδο— αναδεικνύει τα όρια της βιομηχανίας του θεάματος.
Η λογοτεχνία, όπως υπενθύμισε ο Παμούκ στο ελληνικό ακροατήριο, παραμένει ο ύστατος εγγυητής της ανθρώπινης ελευθερίας επειδή μπορεί να καταγράψει το βάθος του ανθρώπινου πάθους χωρίς να εξαρτάται από συμβόλαια και εταιρικές εγκρίσεις.


