Προφυλακίσθηκαν οι δύο πρώτοι συλληφθέντες και αναζητούνται δύο άλλοι συνεργοί πυρομανείς στο έγκλημα της Τράπεζας Μαρφίν στη οδό Σταδίου πριν 16 χρόνια..Παράλληλα με αυτές τις δικαστικές εξελίξεις, στο μικροσκόπιο της αστυνομικής έρευνας έχουν μπει ακόμη δύο άνδρες, οι οποίοι φέρεται να είχαν καθοριστικό ρόλο στην τραγωδία του εμπρησμού της Marfin και η ταυτοποίησή τους θα συμπληρώσει το παζλ των πέντε βασικών υπόπτων.
Ο ένας από αυτούς φέρεται να είναι ο φυσικός αυτουργός που πέταξε τη βόμβα μολότοφ, ενώ ο άλλος είναι ο άνθρωπος που περιέλουσε το εσωτερικό της τράπεζας με εύφλεκτο υλικό.
Οι αστυνομικοί έχουν ήδη πραγματοποιήσει έρευνες στα σπίτια τους σε Πειραιά και Καισαριανή, κατάσχοντας ψηφιακό υλικό και κινητά τηλέφωνα που αναλύονται στα εγκληματολογικά εργαστήρια. Οι συνήγοροι ομιλούν για «σκόπιμη σκευωρία» σε βάρος τους χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία.
Μεγάλος όγκος υλικού είχε συγκεντρωθεί για τον εμπρησμό στη Marfin το 2010, αλλά, σύμφωνα με τον υπουργό Προστασία του Πολίτη Μιχάλη Χρυσοχοΐδη «δεν είχε αξιοποιηθεί στο παρελθόν, λόγω λαθών».
«Υπήρχε αρκετά μεγάλος όγκος υλικού, ο οποίος όμως έπρεπε να αξιοποιηθεί και ταυτόχρονα να αξιολογηθεί με βάση όλες τις μεθόδους της προανάκρισης και της έρευνας που αξιοποιούν οι Αρχές. Πρέπει να δοθούν απαντήσεις στο πλαίσιο του Κράτους Δικαίου» σχολίασε ο υπουργός
Απαντώντας στο ερώτημα, «γιατί τώρα;» ο κ. Χρυσοχοΐδης ανέφερε πως «τώρα μπόρεσε η αστυνομία, οι υπεύθυνοι ερευνητές, οι αξιωματικοί και οι απλοί αστυφύλακες να δουλέψουν συστηματικά, να συλλέξουν το υλικό, να το αξιολογήσουν και να βρουν όλα εκείνα τα στοιχεία, τα οποία κατά τη γνώμη τους συγκροτούν μια κατηγορία».
«Αρκετά μεγάλος όγκος έπρεπε να αξιοποιηθεί με βάση όλες τις μεθόδους της προανάκρισης και της έρευνας που χρησιμοποιηθούν οι Αρχές. Υπεύθυνοι αξιωματικοί, έχουν βάλει την υπογραφή τους κάτω από συγκεκριμένα συμπεράσματα και όλα αυτά υποβλήθηκαν αρμοδίως, υπευθύνως, στους ανακριτές και τους εισαγγελείς. Και αυτοί τώρα θα κρίνουν. Οι απαντήσεις πρέπει να δοθούν στο πλαίσιο του κράτους δικαίου».
«Η δικογραφία έχει χιλιάδες σελίδες. Μπορεί ένα email που θα λέει για εμάς τους δυο ότι κάναμε ένα κακό, να καταδικάσει ανθρώπους; Δεν είναι σοβαρό αυτό», ανέφερε χαρακτηριστικά και τόνισε πως «για να καταδικαστεί ένας άνθρωπος, χρειάζεται ένα πολύ πειστικό υλικό, αποδεικτικά στοιχεία τεκμήρια. Και αυτά τα τεκμήρια έχουν κατατεθεί στον φάκελο. Αυτά αξιολογεί ο ανακριτής σήμερα, που απολογούνται, οι κατηγορούμενοι».
«Η έρευνα πέρασε στο Ανθρωποκτονιών, με έμπειρους αξιωματικούς, μαζί με τους αξιωματικούς της αντιτρομοκρατικής. Όλοι μαζί συνέθεσαν ένα παζλ το οποίο έπρεπε να συνδεθεί. Και επίσης όλο αυτό το υλικό περιήλθε στα χέρια της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, πολύ ικανών ερευνητών, οι οποίοι χρησιμοποιούν την τεχνολογία και όλα τα νόμιμα εργαλεία που υπάρχουν», συνέχισε.
Απαντώντας στο ερώτημα εάν μπορούν 16 χρόνια μετά, φωτογραφίες να καταστήσουν υπόπτους για μία τέτοια υπόθεση, δήλωσε πως «οι δικηγόροι κάνουν τη δουλειά τους. Η αστυνομία κάνει τη δουλειά της. Το ίδιο, επίσης, στο πλαίσιο του συντάγματος, και οι ανακριτές και οι εισαγγελείς. Ο καθένας κάνει τη δική του δουλειά. Και ο καθένας έχει τους δικούς του ισχυρισμούς. Αυτή είναι η δημοκρατία», τονίζοντας πως «το κράτος δικαίου λειτουργεί σωστά, με εγγυήσεις»
Μιλώντας στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ και ερωτηθείς «γιατί τώρα, 16 χρόνια μετά;», ο κ. Χρυσοχοΐδης απάντησε: «Γιατί τώρα μπόρεσε η Αστυνομία, οι υπεύθυνοι ερευνητές, οι αξιωματικοί και οι απλοί αστυφύλακες, να δουλέψουν συστηματικά, να συλλέξουν το υλικό, να το αξιολογήσουν, να βρουν όλα εκείνα τα στοιχεία, τα οποία, κατά τη γνώμη τους, συγκροτούν μια κατηγορία. Ένα υλικό το οποίο στη μεγάλη του πλειοψηφία υπήρχε και δεν είχε αξιοποιηθεί όπως έπρεπε, έπειτα από κάποια λάθη που είχαν γίνει στο παρελθόν».
Για το email
Ο κ. Χρυσοχοΐδης αναφέρθηκε και στο εύρος της δικογραφίας, υπογραμμίζοντας την ανάγκη ύπαρξης ισχυρού αποδεικτικού υλικού: «Η δικογραφία έχει χιλιάδες σελίδες. Μπορεί ένα email που θα λέει για εμάς τους δυο ότι κάναμε ένα κακό να καταδικάσει ανθρώπους; Δεν είναι σοβαρό. Άρα, λοιπόν, για να καταδικαστεί ένας άνθρωπος, πρωτίστως να κριθούν τα πρώτα του βήματα ως κατηγορούμενος, χρειάζεται ένα πολύ πειστικό υλικό, αποδεικτικά στοιχεία, τεκμήρια – και αυτά τα τεκμήρια έχουν κατατεθεί στον φάκελο. Αυτά αξιολογεί ο ανακριτής τώρα που απολογούνται οι κατηγορούμενοι».
Παράλληλα, περιέγραψε τη διαδρομή της αστυνομικής έρευνας και τη συνεργασία των αρμόδιων υπηρεσιών: «Η ΕΛΑΣ εργάζεται εδώ και χρόνια στην υπόθεση. Από το 2019 στο 2022, που μπήκε στο αρχείο, αλλά μετά το 2024, που ξανάνοιξε, η έρευνα πέρασε στο Ανθρωποκτονιών, με έμπειρους αξιωματικούς, μαζί με τους αξιωματικούς της Αντιτρομοκρατικής, όλοι μαζί συνέθεσαν ένα παζλ, το οποίο έπρεπε να συνδεθεί. Και επίσης, όλο αυτό το υλικό περιήλθε στα χέρια της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, πολύ ικανών ερευνητών, οι οποίοι χρησιμοποιούν την τεχνολογία, όλα τα νόμιμα εργαλεία, που υπάρχουν».
«Οι αστυνομικοί έκαναν τη δουλειά τους και η δουλειά των αστυνομικών είναι να συλλέγουν τα πληρέστερα στοιχεία προς την ανάκριση, προς τη Δικαιοσύνη, τους εισαγγελείς και τους ανακριτές», επεσήμανε.
Συνεχίζοντας, τόνισε: «Οι δικηγόροι κάνουν τη δουλειά τους. Η αστυνομία κάνει τη δουλειά της. Το ίδιο, επίσης, στο πλαίσιο του Συντάγματος, και οι ανακριτές και οι εισαγγελείς. Ο καθένας κάνει τη δική του δουλειά. Και ο καθένας έχει τους δικούς του ισχυρισμούς. Αυτή είναι η Δημοκρατία». Και προσέθεσε: «Το κράτος δικαίου λειτουργεί σωστά, με εγγυήσεις και ο καθένας πραγματικά μπορεί να είναι βέβαιος ότι δεν θα αδικηθεί».


