Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026  02:45:43

Μετά την μεταμόρφωση του Ελληνικού σε...Ντουμπάι, το Μοναστηράκι χάνει κάθε αυθεντικότητα και γραφικότητα. Μεταμορφώνεται σε Χαβάη-Μεξικό χάριν του τουρισμού. Κύριο

Η αισθητική «Ντίσνεϊλαντ» εξαπλώνεται σε Μεζεδοπωλεία με μεξικανική αυλή, θεματικά καφέ, πλαστικά λουλούδια: Το αισθητικό πρότυπο που πρώτα επικράτησε στου Ψυρρή βρίσκει μιμητές σε Μοναστηράκι, Πλάκα και Αγία Ειρήνη.

Οι ερευνητές το λένε εξευγενισμό. Τι χάνει μια γειτονιά όταν μπαίνει στον τουριστικό χάρτη; Ένα αφιέρωμα-αλάρμ από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ.

Αγνώριστη η οδός Πιττάκη, εξαιτίας της ψευδαισθητικής μεταμόρφωσης μιας σειράς κτιρίων που υπηρετούν το ίδιο concept εμπορικής ονειροφαντασίας με το πρόσχημα της λειτουργίας ενός πρωτότυπου καφέ-ζαχαροπλαστείου. Θα μπορούσε να βρίσκεται οπουδήποτε στον κόσμο, αλλά θριαμβεύει στου Ψυρρή.

Ημασταν χωμένοι βαθιά στην κρίση όταν η οδός Πιττάκη, ένα μικρό στενό κάθετα στην Ερμού, γνώρισε απρόσμενο κύμα δημοσιότητας. Χάρη σε μια καλλιτεχνική δράση αυτός ο άσημος, μέχρι τότε, δρόμος διακοσμήθηκε με δεκάδες φαναράκια, απλίκες και φωτιστικά οροφής. Το θέαμα παραήταν δελεαστικό για την γκρίζα, ξεχαρβαλωμένη Αθήνα του 2012 για να αφήσει αδιάφορους Μέσα, πολίτες και επισκέπτες. Πολλοί είδαν σε αυτή την πρωτοβουλία μια ακτίνα ελπίδας, όχι μόνο για το κέντρο της πόλης, αλλά και για την ίδια τη γειτονιά που είχε δεχθεί ένα γερό στραπάτσο μετά την ελπιδοφόρο αναγέννηση της δεκαετίας του '90, όταν η περιοχή προαλειφόταν ως το επόμενο «Σόχο» της Αθήνας.

Σήμερα η οδός Πιττάκη θεωρείται ένας από τους πιο πολυφωτογραφημένους δρόμους της Αθήνας. Ο λόγος δεν είναι τα ιπτάμενα φωτιστικά ή οι ομπρέλες που τα διαδέχθηκαν κάποια στιγμή, αλλά μια φαντασμαγορική παραμυθοχώρα που άθελά της έμελλε να αντιπροσωπεύσει τη «νέα εποχή» του Ψυρρή. Το θεματικό καφέ-ζαχαροπλαστείο με τη φανταχτερή αισθητική έγινε γρήγορα η εμπροσθοφυλακή της νέας ταυτότητας της ιστορικής συνοικίας: επιθετικός τουρισμός, γαστρονομικό φολκλόρ, νέα μαγαζιά απροκάλυπτης ινσταγκραμικής στόχευσης, μεζεδοπωλεία και live μπουζούκι συνοδεία προτηγανισμένης κροκέτας και μια διάχυτη επίφαση ελληνικής «αυθεντικότητας» που αξιοποιεί το ενδιαφέρον αρχιτεκτονικό απόθεμα της γειτονιάς.

Οι αυλόπορτες της Αθήνας

Αυτή είναι μια πρώτη, φευγαλέα εντύπωση που δίνει σήμερα η παλιά βιοτεχνική συνοικία της Αθήνας. Ομως, ο πιο προσεκτικός παρατηρητής θα διακρίνει μια πιο πλούσια ταυτότητα. Δίπλα στις φαντεζί τουριστικές παγίδες δοκιμάζουν την τύχη τους προσεγμένες μπουτίκ, πραγματικά καλά εστιατόρια με χαμηλό προφίλ, σημεία διάθεσης χειροποίητων προϊόντων, γκαλερί, δημιουργικά γραφεία. Και κάπου εδώ εμφανίζεται το πραγματικό πρόβλημα: η πρόχειρη, υπερβολικά εξωστρεφής, τουριστικοκεντρική αισθητική που χάρισε στην περιοχή του Ψυρρή τη σημερινή της ταυτότητα εξαπλώνεται σταδιακά και στο υπόλοιπο αθηναϊκό κέντρο. Η πλατεία Αγίας Ειρήνης είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, ενώ επιμέρους αντίγραφα της ίδιας «συνταγής» κάνουν την εμφάνισή τους στην ενδοχώρα του επίσημου αθηναϊκού κέντρου: εμπορικό τρίγωνο, Μοναστηράκι και Πλάκα, Μητροπόλεως, αναδυόμενη πιάτσα της Δραγατσανίου.

Οταν μεταφέρω την εικόνα στον ερευνητή αστικής γεωγραφίας Αγκουστίν Κοκόλα-Γκαντ δεν εκπλήσσεται καθόλου. Εχοντας μελετήσει τη συνοικία Αλφάμα της Λισσαβώνας και τη Γοτθική Συνοικία της Βαρκελώνης, δύο παλιές γειτονιές που επηρεάστηκαν καθοριστικά από την τουριστική ανάπτυξη, αναγνωρίζει αμέσως ένα παρόμοιο μοτίβο και στην αθηναϊκή περίπτωση. Αλλωστε ο ίδιος έχει χρησιμοποιήσει την έννοια του «εξευγενισμού που καθοδηγείται από τον τουρισμό» (tourism-led gentrification) για να περιγράψει μια διαδικασία που υπερβαίνει την απλή ανάπτυξη του τουρισμού.

Τουριστική εισβολή – «Οι βραχυχρόνιες μισθώσεις και τα ξενοδοχεία επεκτείνονται παράλληλα με νέα εστιατόρια, καφέ, γκαλερί, ενώ τα παραδοσιακά καταστήματα και οι οικονομικά προσιτές μορφές κατοικίας σταδιακά εξαφανίζονται», εξηγεί ο ερευνητής και ακαδημαϊκός Αγκουστίν Κοκόλα-Γκαντ.
Η εντυπωσιοθηρική περιβολή πολλών καταστημάτων εστίασης στου Ψυρρή (στη φωτογραφία, άποψη της οδού Λεπενιώτου) αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα της σταδιακής μεταμόρφωσης της συνοικίας σε τουριστικό μαγνήτη του κέντρου της Αθήνας. Φωτ. ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΠΑΡΑΪ

Αλλοτρίωση

«Οι βραχυχρόνιες μισθώσεις και τα ξενοδοχεία επεκτείνονται παράλληλα με νέα εστιατόρια, καφέ, γκαλερί, χώρους νυχτερινής διασκέδασης και δημιουργικές επιχειρήσεις, ενώ τα παραδοσιακά καταστήματα, οι υπηρεσίες και οι οικονομικά προσιτές μορφές κατοικίας σταδιακά εξαφανίζονται. Οι διαφορετικοί αυτοί μετασχηματισμοί συνδέονται μεταξύ τους, καθώς όλοι αφορούν τον αναπροσανατολισμό του αστικού χώρου προς πιο εύπορους και περισσότερο κινητικούς καταναλωτές. Το αποτέλεσμα, επομένως, δεν είναι κατ' ανάγκην μια γειτονιά που γίνεται αποκλειστικά "τουριστική", αλλά μάλλον ένας υβριδικός και ολοένα πιο αλλοτριωμένος αστικός χώρος».

Ο ερευνητής και ακαδημαϊκός από την Αργεντινή, που διδάσκει σε Πανεπιστήμιο της Καταλωνίας, μιλώντας στην «Κ» υποστηρίζει ότι αυτό που χάνεται δεν είναι απλώς ένας μικρόκοσμος μόνιμων κατοίκων και εργαζομένων σε επιχειρήσεις που δεν έχουν άμεση σχέση με τον τουρισμό, αλλά μια ολόκληρη κοινωνική υποδομή: οι τοπικές επιχειρήσεις, οι καθημερινές υπηρεσίες, τα κοινωνικά δίκτυα και η δυνατότητα των χαμηλότερων εισοδηματικών ομάδων να ζουν και να οργανώνουν την καθημερινή τους ζωή στις πιο κεντρικές περιοχές μιας πόλης.

Το αισθητικό πρότυπο που δοξάστηκε στου Ψυρρή βρίσκει μιμητές και εκτός των ορίων της παλιάς βιοτεχνικής συνοικίας. Το καφέ της φωτογραφίας στο Μοναστηράκι απευθύνεται στο ίδιο ανεξίθρησκο πλήθος που έλκεται από την ομογενοποίηση και την υπερβολή. Φωτ. ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΠΑΡΑΪ

Κάτι αλλάζει παντού

Προφανώς, δεν είναι μόνον η Αλφάμα, η Γοτθική Συνοικία ή του Ψυρρή στα καθ' ημάς. «Από τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, η Τσουέκα στη Μαδρίτη εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους ασφαλείς χώρους κοινωνικότητας της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας της πόλης», θυμάται η food editor της «Κ» Νένα Δημητρίου. «Η παρουσία της κοινότητας και των επιχειρήσεών της συνέβαλε καθοριστικά στην αναγέννηση μιας τότε υποβαθμισμένης περιοχής εντός του κέντρου. Πρώτη φορά βρέθηκα εκεί ως φοιτήτρια το 2009, ενώ την επισκέφθηκα ξανά το 2012 και πριν από λίγες εβδομάδες.

Ο Σισιλιάνος που πουλούσε στο χέρι arancini (ρυζοκεφτέδες) προς δύο ευρώ είχε κλείσει, το ίδιο και ένα στενό δισκάδικο με απίθανη συλλογή LP που το "έτρεχαν" δύο κορίτσια. H κάποτε χρωματιστή γειτονιά, καταφύγιο για κάποιους και γκέτο για άλλους, πιθανότατα να αποτελεί αντικείμενο μελετών για αυτό που έγινε γνωστό ως "gaytrification". Η άνοδος των τιμών, ο μαζικός τουρισμός και η εμπορική κανονικοποίηση έχουν αποδυναμώσει τον ρόλο της ως ΛΟΑΤΚΙ γειτονιάς. Παρόμοια είναι η διαδρομή του Μαρέ στο Παρίσι. Δεν είμαι σίγουρη αν υπάρχει άλλη γαλλική γειτονιά που έχασε τόσο πολύ τον κάποτε κραταιό και τον οh la la τόσο αντισυμβατικά στυλάτο χαρακτήρα της. Δίπλα στις αιωνόβιες μπρασερί, όπως είναι το "Le temps de cerises", λειτουργούν υποκαταστήματα διεθνών αλυσίδων. Διαβάζω στο Le Parisien πως τον Μάιο, για παράδειγμα, ένα κατάστημα υφασμάτων που λειτουργούσε επί 33 χρόνια έκλεισε, όταν στον χώρο το ζητούμενο ενοίκιο έφτασε στις 25.000 ευρώ τον μήνα».

Αυτή είναι η όχι πολύ αθηναϊκή αυλή ενός βολιώτικου, θεωρητικά, μεζεδοπωλείου σε ένα από τα πιο δημοφιλή περάσματα του Ψυρρή, όπου η ολίγον λατινοαμερικανική αισθητική του πλαστικού λουλουδιού μάς μεταφέρει νοερά σε μια μεξικανική χασιέντα... Φωτ. ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΠΑΡΑΪ

Η Ναταλί Σαβαρίκα είναι Γαλλίδα δημοσιογράφος η οποία τα τελευταία χρόνια διαχειρίζεται χώρους φιλοξενίας στου Ψυρρή. «Αν και κάποιοι από τους αναγνώστες σας θα σκεφτούν ότι αποτελώ μέρος του προβλήματος, θα έλεγα ότι κάνω τα αδύνατα δυνατά για να προωθώ τον βιώσιμο τουρισμό στην πράξη. Πιστεύω πολύ στη γειτονιά και στην έννοια της συμβίωσης και σε ό,τι κάνω προσπαθώ να υπάρχει ένα ηθικό πρόσημο υπέρ της αυθεντικότητας, των τοπικών επιχειρήσεων και παραγωγών, της χειροτεχνίας, που παραμένει ζωντανή στου Ψυρρή. Και θα σας πω ότι οι πελάτες μας νιώθουν σχεδόν λυτρωμένοι, όταν καταλαβαίνουν ότι αφουγκραζόμαστε την ανάγκη τους για να βιώσουν το πνεύμα του τόπου. Θα μπορούσαμε κι εμείς να τους σερβίρουμε Benedict αυγά ή brunch όπως τόσοι άλλοι. Αλλά θα βγαίναμε χαμένοι και εμείς και εκείνοι».

Για το αστικό πράσινο της Αθήνας

Συζητώντας με τη Νένα Δημητρίου, συμφωνούμε ότι το πιο «ειδικό» πρόβλημα της Αθήνας είναι η περιορισμένη, αν όχι μηδενική αντίσταση απέναντι στην ομογενοποίηση που τη συνοδεύει. «Ποιος αποφασίζει ότι μια ιστορική γειτονιά χρειάζεται ακόμη ένα κατάστημα για brunch που θα μπορούσε να βρίσκεται στη Λισσαβώνα, στο Παρίσι ή στη Μαδρίτη; Η επιτυχία μιας γειτονιάς μπορεί να καταστρέψει το ίδιο το συγκριτικό της πλεονέκτημα, εάν η ίδια η πόλη δεν προστατεύσει τις συνθήκες που δημιούργησαν τον χαρακτήρα της».

Δημήτρης Ρηγόπουλος

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Πολυμέσα

Cookies make it easier for us to provide you with our services. With the usage of our services you permit us to use cookies.
Ok Decline